Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

“Ερρίκος Ίψεν” Του Γ.Μ. Βιζυηνού


Μεταφορά στη σύγχρονη νεοελληνική από το Θανάση Μουσόπουλο

Είναι ο μεγαλύτερος ποιητής της πατρίδας του. Είναι, αν αγαπάτε, ο μεγαλύτερος δραματογράφος σ' όλη την Βόρεια Ευρώπη και, όμως, αν τον δείτε θα στοιχηματίσετε ότι είναι περισσότερο πλοίαρχος παρά καλ­λιτέχνης. Η φυσιογνωμία του δε μας θυμίζει κανέναν από τους έξοχους άντρες. Έχει το σκανδιναβικό τύπο με τα μήλα των παρειών να εξέχουν και με πλατιά σαγόνια. Κοντή μύτη και μεγάλο στόμα σφιγμένο έτσι που να νομίζετε ότι του λείπουν τα χείλια. Έχει σταχτιά μάτια, που με οξύτητα σε καρφώνουν πίσω από τα γυαλιά, και γύρω από τα βλέφαρα το μικρό εκείνο σύμπλεγμα ρυτίδων, που μαρτυρούν και με ακινησία βλέμματος που ήδη εξέτασε άπειρα πράγματα. Έχει λευκές φαβορίτες, όμοιες με των ναυτικών, και μαλλιά άσπρα και πυκνά, ωσάν πυκνόκλαδο θάμνο, ή καλύτερα σαν παρθένο ακόμη δάσος. Στο φαρδύ μέτωπο του διακρίνεται περισσότερη βούληση παρά οξύνοια· ενώ η στάση του κεφαλιού του κάνει να μοιάζει με κεφάλι κατακτητή, με κεφάλι αρχαίου βίκιγγ, δηλαδή, θαλασσινού ήρωα της Νορμανδίας, που γεννήθηκε σε βραχώδη ακτή από θαλασσομάχους προγόνους. Ο Henrik Ibsen, καύχημα της Νορβηγίας σήμερα, γεννήθηκε στην παραποτάμια πολίχνη Σκην από πατέρα ναυτιλλόμενο έμπορο, και γεννήθηκε σε εποχή κρισιμότατη για τη διανοητική κατάσταση της πατρίδας του. Ήδη από την ίδρυση του πανεπιστημίου στη Χριστιανία (1811) δό­θηκε το πρώτο σύνθημα του αγώνα για απελευθέρωση της εθνικής φιλο­λογίας των Νορβηγών από την ξένη, και προπάντων από την επίδραση των Δανών. Ο χωρισμός της Νορβηγίας από τη Δανία το 1814, και η εγκατάσταση δικού της πολιτεύματος στη χώρα, ακόμα περισσότερο δυνάμωσαν το συναίσθημα της κερδισμένης ελευθερίας και φλόγιζαν πια τους νεανικούς πόθους των Νορβηγών για κάποια εθνική μεγαλουργία για τη διεύρυνση τον ορίων της πατρίδας τους.

Αλλά οι περιστάσεις δεν ήταν καθόλου ευνοϊκές για παράτολμες επιχειρήσεις και έκαμαν ώστε να χρησιμοποιηθεί και το καλύτερο μέρος της δράσης για ειρηνικό διανοη­τικό έδαφος. Τη βάση της νορβηγικής γλώσσας αποτελούσε τότε η δανική, που επέ­βαλλε στην ντόπια φιλολογία όχι μόνο τις λέξεις, αλλά και το πνεύμα της. Οτιδήποτε έμπαινε καινούργιο σ' αυτήν, ήταν κι αυτό ξένο, γαλλι­κό, αγγλικό, κλπ. Επειδή το δημώδες και ντόπιο το περιφρονούσαν και το καταδίωκαν οι καλαμαράδες. θεωρώντας το χυδαίο και πρόστυχο. Και βέβαια υπήρχαν όσοι πίστευαν το ακριβώς αντίθετο, αλλά τι σή­μαιναν οι διαμαρτυρίες τους μπροστά στον όγκο και στην αυθεντία των λογιότατων! Έπρεπε ο λαός να μεθύσει από ενθουσιασμό μέσα στην πο­λιτική του απελευθέρωση και, γεμάτος τώρα αυτοπεποίθηση, να ποθήσει την παντοτινή εξασφάλιση της αυθυπαρξίας του ως έθνος, για να πάρει θάρρος εκείνη η μερίδα των λογίων, που δυσανασχετούσαν με την υποτέλεια στους ξένους της νορβηγικής φιλολογίας και γλώσσας. Αφού η αυθυπαρξία, που ο λαός επιζητούσε να εξασφαλίσει για τον εαυτό του, δεν μπορούσε να επιτευχθεί μήτε με πολεμικές κατακτήσεις μήτε με πο­λιτικά κατορθώματα, γιατί να μη τη δημιουργήσουν εκείνοι, αποτινάζο­ντας κάθε ζυγό ηθικής και πνευματικής υποτέλειας στους ξένους; Έτσι, αφού για μεγάλο αρχικά χρονικό διάστημα το εθνικό στους Νορβηγούς, ως αφηρημένη έννοια ταλαντεύτηκε από 'δω κι από 'κει χωρίς ορισμέ­νη διατύπωση, τελικά συγκεντρώθηκε, παίρνοντας πραγματική υπόστα­ση, ως συνειδητή δημιουργία νέας εθνικής φιλολογίας και γλώσσας, μακριά από κάθε ξενική επήρεια. Όπως, όμως, παντού, έτσι και στη Νορβηγία στην αρχή της φιλολογικής αυτής αναμόρφωσης έγινε περισσότερο θόρυβος παρά θετική εργα­σία. Οι πρωτόκλητοι εθνικοί ποιητές για αρκετό χρονικό διάστημα φρό­ντισαν κυρίως στο να λαμπρύνουν εξυμνώντας τη Νορβηγία και το λαό της. Στις ρητορικές και πομπώδεις στροφές τους δεσπόζουν φράσεις όπως "οι βράχοι της Νορβηγίας", "τα βουνορύακα της Νορβηγίας"," το λιοντάρι της Νορβηγίας", "ο ελεύθερος αυτόνομος χωρικός", όπως ακριβώς στη δική μας εθνική ποίηση η φλοκάτη, η φουστανέλα.



Αν, βέβαια, μερικοί συγγραφείς, όπως ο Μ. Χρ. Χάνσεν, επιχειρούσαν να εγκολπωθούν στα έργα τους περισσότερο το καθαυτό εθνικό στοιχείο, δεν κατόρθωναν μεγάλα πράγματα κι αυτοί, αφού η βάση πάνω στην οποία έπρεπε να θεμελιωθεί η νέα εθνική φιλολογία, μ' άλλα λόγια η ακριβής γνώση του εθνικού βίου, δεν υπήρχαν ακόμη. Όπως στους δικούς μας συγγραφείς ως τις μέρες μας, έτσι και οι Νορβηγοί ως εκείνα τα χρόνια επιπόλαια μόνο γνώριζαν το βίο, τον τρόπο σκέπτε­σθαι του λαού, τη φύση της χώρας, κλπ. Οι γνώσεις για παρόμοια θέματα περιορίζονταν σε πολύ γενικά πράγ­ματα, ακατάλληλα να χρησιμεύσουν ως βάση μιας πραγματικά δημοφι­λούς φιλολογίας, που να έχει τις ρίζες στη ζωή του έθνους και να προσαρμόζεται στο χαρακτήρα του. Μόλις γύρω στα 1830 άρχισαν οι Νορβηγοί να απαλλάσσονται από την παροδική αυτή κατάσταση και να κατανοούν, ότι, αντί με υπέρογκους επαίνους των αρετών της, μπορού­σαν να στολίσουν την πατρίδα τους με πολύ καλύτερο τρόπο: πράττο­ντας ό,τι από καιρό ήδη όφειλε να έχει πράξει και η Ελλάδα. Καλλιερ­γώντας, δηλαδή, και διαμορφώνοντας στη φιλολογία καθετί που κουβα­λά αγνό και καθαρό τον εθνικό χαρακτήρα. Έτσι οι μύθοι του λαού και τα δημοτικά τραγούδια συγκεντρώθηκαν με επιμέλεια και αφού δημοσιεύθηκαν παραδόθηκαν κοινό κτήμα σε όλους, εξωραϊσμένα ως προς τις καλολογικές αξιώσεις της τέχνης, διατηρώντας, όμως, ατόφιο και αναλλοίωτο τον αρχικό τους τύπο, όσο και τον ιδιαίτερο εκείνο χαρακτήρα, που είχαν κυκλοφορώντας στο λαό από στόμα σε στόμα.

Την προκαταρκτική αυτή εργασία συντέλεσαν κυρίως ο δασονόμος Ρ. Ch. Asbjoernson και σε άμεση σχέση μαζί του και ο επίσκοπος Ioergen μoe, που συλλέξανε παλιές παραδόσεις του λαού και παραμύθια, κατάλληλα για την ποιητική φιλολογία, προσκομίζοντας σ' αυτήν νέο πλούσιο υλικό, όπου σε ικανοποιητικό βαθμό τονίζονταν τα ιδιαίτερα προσόντα του λαϊκού χαρακτήρα των Νορβηγών. Επειδή ελπίζουμε ότι και στην Ελλάδα θα γίνει κάποια τέτοια ενιαία εργασία σημειώνουμε εδώ σε ποιες αρετές τους οφείλουν οι δύο συλλογές που μνημόνευσα την επιτυχία του έργου, για να ανατεθεί και σε μας τέτοιους μόνο άντρες η εκτέλεση του. Και οι δυο τους, λέγει ο Horn στην ιστορία της Σκανδι­ναβικής φιλολογίας, ήταν σε ασυνήθιστα μεγάλο βαθμό κατάλληλοι να συγκεντρώσουν και να καταστήσουν πάλι νέα τα ποιητικά αυτά προϊόντα του λαϊκού πνεύματος των Νορβηγών, επειδή είχαν μια ιδιαίτερη ευφυΐα στο να αποσπούν τους θησαυρούς της δημοτικής ποίησης με ψυ­χαγωγικό τρόπο από τους κοινούς ανθρώπους, που είναι για τούτο πο­λύ φοβητσιάρηδες και καθόλου πρόθυμοι στη μετάδοση. Όμως, μεγάλη ήταν και η ευφυΐα αυτών των ανδρών στο να αποδίδουν έτσι τα κειμή­λια, που αποκτούσαν μ' αυτή τη μέθοδο, ώστε όχι μόνο να μη ζημιώνο­νται ως προς την αρχική τους ποίηση, αλλά και να μη χάσουν τίποτε από το αφελές και δημώδες ύφος τους. Και. το κατόρθωναν αυτό οι άντρες τούτοι γιατί ήταν πάρα πολύ εξοικειωμένοι με τη ζωή και τον τρόπο σκέψης του λαού, ενώ επιπλέον είχαν και οι δυο τους όχι μικρή ποιητική ευχέρεια, που γνώριζαν να εφαρμόζουν προσεκτικά και με σύνεση, αποφεύγοντας να τροποποιήσουν κάτι σε κάθε περίπτωση που υπήρχε κίνδυνος να χαλάσει η αρχική και ειλικρινής μορφή των μύθων και ο ίδιος εκείνος χαρακτήρας, που είχαν στο στόμα του λαού. Και για τους άλλους κλάδους της διανοητικής μόρφωσης έγιναν ταυ­τόχρονα ανάλογες εργασίες. Ο ζήλος μάλιστα γι'αυτό το σκοπό υπήρξε τόσο θερμός, ώστε δεν άργησε να παρασύρει τους φανατικούς λάτρεις του εντόπιου πολιτισμού (του αυτοχθονισμού) σε υπερβολές και να τους βγάλει από το μέσο και σίγουρο δρόμο, προτού ακόμη αρχίσουν την προοδευτική τους πορεία.

Μέσα, δηλαδή, στον υπερβολικό τους πόθο να εισδύσουν στην καρδιά της εθνικής ζωής των Νορβηγών, κρατώντας αλώβητα όλα τα ιδιαίτερα του χαρίσματα, νόμισαν ότι δεν ήταν αρκετό να καταστήσουν εθνική μόνο την ουσία της φιλολογίας τους, ότι δεν ήταν αρκετό, επίσης, να προσαρμόσουν την περασμένη γλώσσα τους στα πιο εντόπια στοιχεία τους, αλλά πίστευσαν ότι έπρεπε να ξεπετάξουν εντελώς το κράμα από δανικά και νορβηγικά διαλεκτικά στοιχεία, να δημιουργήσουν καινούργια καθαρή εθνική γλώσσα από καθαρά νορβηγικά ιδιώματα. Δεν τους ένοιαζε αν καθαρά νορβηγικές διάλεκτοι δεν υπήρχαν παρά μόνο δύο ή τρεις, ούτε συλλογίζονταν ότι από δύο-τρεις διαλέκτους δεν είναι δυνατό να κατασκευασθεί άρτια γλώσσα, για να χρησιμεύσει ως όργανο εθνικής φιλολογίας. Ο αυτοχθονισμός υπήρξε, όμως, τόσο εμπαθής, ώστε όποιος υποστήριζε την τήρηση της προηγούμενης γλωσ­σικής κατάστασης θεωρούνταν κάτι σαν προδότης της πατρίδας! Οι καβγάδες υπέρ και κατά κράτησαν για πολύ, πιο εμπαθή χαρακτή­ρα, όμως, είχαν από το 1830 και μετά. Σε μια τέτοια σύγχυση, σε τέτοια κατάσταση πνευματικού αναβρασμού και φιλολογικής αναζύμωσης γεννήθηκε στο Σκην της Νορβηγίας στις 20 Μαρτίου 1828 ο Henrik Ibsen, το δαιμόνιο πνεύμα, που όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, άρχισε να ταχτοποιεί το ακατάστατο εκείνο χάος, και, από κάθε τι χρήσιμο που περιείχαν οι σκέψεις των αντιμαχόμενων μερίδων, να δημιουργήσει τον όμορφο κόσμο της νέας νορβηγικής φιλολογίας. Ο πατέρας του Ίψεν, εμπορευόμενος ναυτικός, ήταν παιδί κάποτε πλούσιων γονέων. Αλλά στον Ίψεν η Μοίρα θέλησε να εφαρμόσει ότι και σε κάθε άλλη σχεδόν μεγαλοφυία. Είναι γνωστό ότι έξοχες διάνοιες και μεγάλοι χαρακτήρες - αν προλάβουν και δε συντριβούν κάτω από το χαλύβδινο βάρος της δυστυχίας- ακονίζονται και σκληραίνουν παλεύο­ντας προς υλικές δυσκολίες, από 'που συμβαίνει να σπινθηροβολούν τό­σο φωτεινότερους τους σπινθήρες της αλήθειας που κλείνουν μέσα τους, όσο περισσότερο συγκρούονται προς τις άγριες και αντίξοες περιστά­σεις.



Την ανάπτυξη με παρόμοιο αγώνα επεφύλασσε η Μοίρα στον ποι­ητή μας. Ήδη στην παιδική ηλικία βρήκε κατεστραμμένη την οικογενεια­κή περιουσία του. Για να αντιμετωπίσει τη διατροφή του αναγκάστηκε να μπει στην υπηρεσία κάποιου φαρμακοποιού, όταν ήταν ακόμη δεκα­έξι χρονών παλικάρι. Συνεπώς τους πρώτους του στίχους ο Ένρικ τους συνέθεσε τρίβοντας ρυθμικά τα φάρμακα μέσα στο γουδί. Αλλά προς επάγγελμα τόσο ειρηνικό και άκαρπο δεν ήταν δυνατό να συμβιβαστεί το ακατάσχετο και νεωτεριστικό πνεύμα του Ίψεν. Οι πρώτοι του στίχοι στον κύκλο των παιδικών του φίλων διαβάζονταν και προκαλούσαν πάντοτε ιδιαίτερα ευχάριστη εντύπωση. Αλλά ο Ένρικ, ως αληθινή μεγαλοφυΐα, ήταν από παιδί μετριόφρονας και φιλότιμος. Γι' αυτό κι όταν ακόμη από πολλά χρόνια ήταν στρατολογημένος ανάμεσα στους φιλο­λογικούς κύκλους της πατρίδας του, σπάνια εμφανιζόταν στα περιοδι­κά του τόπου. Την πρώτη του τραγωδία μάλιστα, τον "Κατιλίνα", τη δημοσίευσε στα 1850 με ψευδώνυμο. Από το 1851 άρχισε να εκδίδει μαζί με δύο φίλους του το εβδομαδιαίο περιοδικό "Andhrimer·", παρουσιάζοντας ο ίδιος σ' αυτό κυρίως λυρικά και σατυρικά ποιήματα. Το φθινόπωρο, όμως, του ίδιου χρόνου προσλήφθηκε ως διευθυντής του θεάτρου στο Βέργεν (Μπέργκεν), με την υποστήριξη του οποίου ταξίδευσε, για να μελετήσει, στη Δανία και στη Γερμανία, το καλοκαίρι του 1852. Μετά από εξάχρονη παραμονή στο Μπέργκεν μετοίκησε στη Χριστιανία, πάλι ως διευθυντής του εκεί θεάτρου Νόρκσε, που τα διηύθυνε ως το 1863. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα ο Ίψεν δημοσίευσε τις πρώτες του τραγωδίες, που έχουν τις υποθέσεις τους από την ιστορία του μεσαίωνα και είχαν μεγάλη επιτυχία, αφού παρουσιάστηκαν από τα θέατρα του Μπέργκεν, της Χριστιανίας, της Κοπεγχάγης και της Στοκχόλμης. Με αυτές τις τραγωδίες και τα μικρότερα ποιήματα του έθεσε οριστικά και το γλωσσικό ζήτημα των Νορβηγών στη θέση που του αρμόζει, έχοντας σ' αυτό συμπαραστάτη πολλές φορές το άλλο έξοχο πνεύμα της πατρί­δας του, τον κατά τέσσερα χρόνια νεότερο του Bjoernson.

Ενώ, δηλαδή, κάτω από την έμπνευση του Wergeland οι μέχρι φανατι­σμού αποκλειστικά πατριώτες, απαιτώντας από τη νέα εθνική γλώσσα να τρέφεται μόνο από δυο-τρεις ντόπιες διαλέκτους, την καταδίκαζαν στο θάνατο από ασιτία, οι Διόσκουροι ποιητές της Νορβηγίας, συμφω­νώντας από έμφυτο στο αντικείμενο αυτό, εφάρμοσαν τις πιο λογικές αρχές στη διάπλαση και χρήση της νέας γλώσσας, αλλά στο υλικό που προέρχεται απ' αυτήν προσθέτουν τις νεότερες γλωσσικές μορφές, ανα­καινίζοντας την έτσι, ώστε να γίνει πιο προσαρμοσμένη στο πνεύμα των νεότερων χρόνων. Την πλουτίζουν, τη γονιμοποιούν και την καθιστούν όσο γίνεται νεότερη με την πρόσληψη δημοτικών στοιχείων. Ωφελήθη­καν σ' αυτό πολύ από τις λεξιλογικές συλλογές και τις υπόλοιπες σχετικές εργασίες της αντίθετης μερίδας, έτσι ώστε, όπως είναι σήμερα η Νορβηγική γλώσσα, ελπίζεται ότι θα αποκαταστήσει και θα συσφίξει στις σκανδιναβικές χώρες τον κοινό πνευματικό σύνδεσμο, που χαλα­ρώθηκε από την πολιτική στάση τους. Αλλά μολονότι τόσο σύμφωνα εργάστηκαν στο γλωσσικό ζήτημα οι δύο κορυφαίοι ποιητές της Νορβηγίας, εντούτοις δεν ήταν σύμφωνοι και ομόγνωμοι ως προς τα άλλα ζητήματα. Έχοντας αντίθετο χαρακτή­ρα από φυσικού τους, πρέσβευαν πολιτικές αρχές ασυμβίβαστες μεταξύ τους, και βαδίζουν στην συγγραφική πορεία από τόσο αντίθετους δρόμους, ώστε αναδείχτηκαν αρχηγοί δύο αντίπαλων μεταξύ τους φιλολογικών τάσεων και επιλογών. Παιδί του λαού ο Bjoernson, γεννημένος για να λυπάται και να χαίρε­ται μαζί με τους χωρικούς, υπερασπίζεται τόσο στην πολιτική όσο και στην φιλολογική ζωή τα λαϊκά συμφέροντα αποκλειστικά, δημαγωγός και καβγατζής πολύ περισσότερο απ' το κανονικό. Και αγαπά αληθινά, βέβαια, το έθνος του περισσότερο από κάθε άλλο, και υπερεκτιμά, εξυ­ψώνοντας το, κάθε τι λαϊκό και δημώδες. Αυτό όχι χωρίς λόγο. Επειδή, δηλαδή, ο Bjoernson παρουσιάζει τον εαυτό του ως την ενσάρκωση των αρετών του λαού, εννοείται ότι όσο περισσότερο εκτιμά αυτές, τόσο πε­ρισσότερο εξυψώνει και στολίζει το βάθρο πάνω στο οποίο στηρίζεται η δική του δόξα. Εντελώς αντίθετος είναι ο Ίψεν.

Ποιητής από τη φύση του αριστο­κρατικών τάσεων, έχοντας πλήρη τη συναίσθηση της πνευματικής υπε­ροχής, πάντοτε έβλεπε με απαισιόδοξη πικρία το έργο των ευεργετών και διαφωτιστών του λαού, και έστρεψε τα νώτα προς τα "ωσαννά" του πλήθους. Ήδη η πρώτη του δραματική απόπειρα, είδος εγκωμίου προς τον Κατιλίνα, δεν ευχαρίστησε τους συντηρητικούς της πατρίδας του νοικοκυραίους, γιατί τάχα περιείχε ιδέες ανατρεπτικές του καθεστώτος. Έτσι ο θερμόαιμος και γεμάτος αναμορφωτική ενέργεια νεαρός, μό­λις είκοσι χρονών, κατάντησε, όπως ο ίδιος παραδέχεται, να βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την κοινωνία. Ούτε ήταν δυνατό να γίνει δια­φορετικά. Είρωνας από φυσικού του, προικισμένος με πνεύμα έντονα σατυρικό, όσο και φιλοσοφικό, νέος ακόμη έβαλε το δάχτυλο στις πλη­γές της σύγχρονης κοινωνίας και με τη σοβαρότατη σάτυρά του άσπλαχνα καυτηρίασε την κενότητα και το ψεύδος των συμπατριωτών του στην πολιτεία. Την πατριωτική καυχησιολογία των συγχρόνων του, καθώς και τον κλεισμένο σε κούφιες φράσεις ιπποτισμό του Bjoernson μαστιγώνει κυρίως στο σατυρικό του δράμα. "Ο σύνδεσμος των νεανίων" (1869).

Όπως ήταν επόμενο, το ορμητικά προοδευτικό, το θορυβώδικο και ταυτόχρονα το επαναστατικό πνεύμα του νεαρού Ίψεν, δημιούργησε σ' αυτόν πολλές και ποικίλες αντιδράσεις και πειρασμούς και ενοχλήσεις, που δυσαρεστούσαν και πίκραιναν τον ποιητή σε κάθε έργο και αξίωμα: Τα δράματα του απαγορεύονταν από τη λογοκρισία, κάθε πρόθεση του, όσο καλή κι αν ήταν, την συκοφαντούσαν έτσι που του αφαιρούνταν κά­θε ελευθερία δράσης. Για τούτο ο Ίψεν παραιτήθηκε από τη θυελλώδη διεύθυνση του θεάτρου Νόρσκε και στα 1864 με τη θέληση του εκπατρί­στηκε στη Ρώμη. "Δεν έχω καμιά ικανότητα, έγραφε σε φίλο του, να είμαι πολίτης συντηρητικός· και αφού δεν έχω ικανότητα σ' αυτό, δεν ανακατεύομαι μαζί τους". Τον πόνο της ψυχής του καθώς άφηνε την αγαπημένη του πατρίδα με ματωμένη καρδιά τον εξέφρασε με εικόνα ο Ίψεν σε πολύ πειστικό όσο και ευαίσθητο ποίημα, που αμυδρή μετάφραση του επιχειρούμε εδώ:

Στη Νορβηγία η αϊδερή1, η πάπια της θαλάσσης,
στην γαλανήν ακρογιαλιά ψηλά πάει να φωλιάσει.
Μαδάει από τα στήθη της το πουπουλόχνουδό της,
και κάμνει μια ζεστή μ' αυτό, μια μαλακή φωλίτσα.
Μα 'ρχονται μ' άσπλαχνη καρδιά στον όχθο οι ψαράδες
και της κουρσεύουν τη φωλιά, ως το στερνό το χνούδι.
Αυτό δεν σβει μες στο πουλί τον πόθο της αγάπης :
Ξαναμαδάει τα στήθια του. Κι αυτοί ξαναπροβάλλουν
και παίρνουν ό,τι έφτιασε. Μα, ακούραστο κι εκείνο,
σε βράχου τρύπα τη φωλιά ξαναρχινάει να φτιάνει.
Τρίτη φορά κουρσεύουν την και δεν αφήνουν χνούδι!
Τότε κι αυτό την άνοιξη, με στήθια ματωμένα,
ανοίγει νύχτα τα φτερά και πάει μακρά στο νότο,
εκεί που περισσότερο χαμογελούν τα ουράνια.

Αληθινά, "με στήθια ματωμένα" ο Ίψεν εγκαταστάθηκε στα ξένα. Το 1866 το Σπόρτιγγ της πατρίδας του ψήφισε για λογαριασμό του ετήσια σύνταξη ποιητή, που εξακολουθεί ο Ίψεν να καρπώνεται ως τώρα. Στη Ρώμη παρέμεινε ως το 1868. Κατά τον επόμενο χρόνο φιλοξενή­θηκε για ένα διάστημα και στο Χεδίβη της Αιγύπτου, με την ευκαιρία των εγκαινίων του Ισθμού του Σουέζ. Από τότε ως το 1875 έζησε στη Δρέσδη. Ύστερα μετακόμισε στο Μόναχο, όπου και τα παιδάκια δεί­χνουν με το δάχτυλο το μεγάλο ποιητή, καθώς τριγυρνά σε φιλοσοφική μοναξιά από τους δρόμους της πόλης, επειδή εξοικειώθηκαν πια προς τη μορφή του, που κάθε στιγμή μπορούν να μελετήσουν στο Μουσείο κέρινων ομοιωμάτων της πόλης. Σήμερα ο Ίψεν ίσως ζει ακόμη στο Παρίσι, όπου πριν από λίγους μήνες θαύμασαν τις παραστάσεις μερικών από τα νεότερα δράματα του. Λιτότατος στη ζωή ζει μόνος. Σιωπηλός και κλεισμένος στον εαυτό του, κατορθώνει να μην έχει σχεδόν ανάγκη από την κοινωνία, πράγμα εξάλλου που προϋποτίθεται για όποιον έχει την αξίωση "να τα ψάλλει" στην κοινωνία.


Μόνη ευχαρίστησή του είναι να γράφει. "Η ζωή, λέγει, είναι διαρκής πόλεμος εναντίον κάθε είδους κακών, που συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας ή φωλιάζουν στην καρδιά μας. Η ποίηση είναι η ανταπόδοση, είναι η απελευθέρωση της ύπαρξής μας." Πράγματι τα δράματα του Ίψεν, κυρίως τα νεότερα, πρέπει να τ' ακούει κάποιος σαν τόνους απολύτρωσης. Δεν είναι φιλολογικά πράγμα­τα, όχι. Σε κανένα συγγραφέα δε βρίσκεις διατυπωμένη την αρχή, ότι κάθε τι που γράφεται είναι πράξη και ότι πρέπει ως τέτοια να κρίνεται. Το δημιουργικό στην ιδιοφυΐα του Ίψεν είναι προπάντων ηθική ενέρ­γεια. Τα δράματά του είναι πράξεις μεταφερμένες σε λέξεις. Δεν είναι μεγάλος ποιητής, παρά μόνο γιατί είναι μεγάλος άνδρας.

Αξιοσημείωτη είναι η ανάπτυξη της δημιουργικότητας του Ίψεν σε σύγκριση προς του άλλου κορυφαίου ποιητή των Νορβηγών. Ο Μπγιόρνσον, τέσσερα χρόνια νεότερος από τον Ίψεν, έγινε πολύ πριν απ' αυ­τόν και αμέσως από την αρχή περίφημος στην πατρίδα του. Το πρώτο δημοσιευμένο διήγημά του "Η Συννόβη από τον Ηλιόλοφο" (Synnove Solbaken), περιέχει τόσο καθαρή γνώση της ζωής που ζουν οι αγροτικοί πληθυσμοί της Νορβηγίας, οι ποιητικές και ηθογραφικές εικόνες του διηγήματος προκαλούν με τόση δύναμη το ενδιαφέρον των αναγνω­στών, ώστε τούτο μόνο ήταν αρκετό να αναδείξει το συγγραφέα μεγάλο με την πρώτη εμφάνισή του. Ολωσδιόλου αντίθετα προς τον Ίψεν, που ήδη γνωρίσαμε πως εξέ­δωσε με ψευδώνυμο το πρώτο του έργο. Μολαταύτα η υπεροχή του Μπγιόρνσον υπήρξε μόνο παροδική: καθώς εισήλθε νωρίς και πρόωρα στην ανάπτυξη του ο ποιητής αυτός, εξαντλήθηκε ήδη με την έκδοση των πρώτων του έργων. Πριν από λίγα χρόνια το κοινωνικό του δράμα "Η Χρεωκοπία" πανηγύρισε θριαμβευ­τική παρέλαση στις σκηνές ολόκληρου του πολιτισμένου κόσμου. Και. όμως, φιλολογικά ο Μπγιόρνσον δεν κέρδισε με το έργο αυτό τίποτε, που να μην κατείχε ήδη. Όταν εξέδιδε τα πρώτα του ποιήματα, η ποιητική του ανάπτυξη είχε φτάσει στο υψηλότερο τους σημείο, ενώ κανένα από τα μεταγενέστερα έργα του δεν υπερτερεί από 'κείνα στην ύλη ή στο είδος. Αλλωστε ο Μπγιόρνσον είναι διηγηματογράφος και λυρικός ποιητής μάλλον παρά δραματικός συγγραφέας. Αντίθετα η δραματική προπάντων μεγαλοφυία του Ίψεν αναπτύχθηκε βαθμιαία και λίγο-λίγο, ως αληθινή μεγαλοφυΐα.



Γι'αυτό, και η αξία των έργων του προχώρησε αυξανόμενη μαζί με τον αριθμό τους. Στο ιστορικό δράμα του την ύψιστη θέση κατέχουν "Οι ανταγωνιστές για τη βασιλεία" (Kongsaemnerne), δράμα στο οποίο για πρώτη φορά ο ποιη­τής ανέπτυξε όλη του τη δύναμη. Στο έργο αυτό ο Ίψεν από τη μία με­ριά έθεσε το βασιλιά Χάκον, που στηριζόταν στο δίκαιο, να θέλει με τη "βασιλική ιδέα" να συνενώσει το νορβηγικό έθνος σε ένα και να εμμένει σταθερά στη δική του πορεία, από την άλλη μεριά αντιπαράθεσε το δούκα Σκούλεν που πάντοτε δυσπιστούσε προς τον εαυτό του.

Έτσι διέγραψε δύο με ύψιστη ψυχολογική λεπτότητα επεξεργασμένες εικόνες, οι οποίες, με τη μεταξύ τους αντίθεση, προκαλούν ακαταμάχη­το ποιητικό θέλγητρο. Αλλά και τα δευτερεύοντα πρόσωπα του δράμα­τος, παρουσιασμένα με τέχνη, συνεισφέρουν από τη μεριά τους στην τελείωση της μεγαλόπρεπης εικόνας που εξελίσσεται μπρος στα μάτια μας. Ήδη, όμως, προτού δημοσιεύσει το δράμα αυτό, ο Ίψεν είχε εισέλθει με την "Κωμωδία του Έρωτα" στη νέα χώρα, στη χώρα του φιλοσοφι­κού σατυρικού δράματος, στο οποίο φαίνεται ότι η μεγαλοφυΐα του με πολλή ευχαρίστηση ζει και με πειρακτικές κοροϊδίες, συγχρόνως, όμως, με την πιο βαθιά σοβαρότητα, ελέγχει τα κοινωνικά ζητήματα του και­ρού. Κεντρική ιδέα αυτού του δράματος αποτελεί ο θεσμός του συνοι­κεσίου, από το οποίο, όπως συμβαίνει και σήμερα, λείπει η ελευθερία, ο έρωτας και η ευτυχία. Αμείλικτα καυτηριάζει ο Ίψεν στις σκηνές του το ψέμα και την υποχρεωτική προσποίηση ανθρώπων -καλών κατά τα άλλα-, οι οποίοι μια και υπέκυψαν από συνήθεια στο ζυγό ενός γάμου, κατόπιν υποκρίνονται την ευτυχία, την οποία, όμως, έχασαν από τη στιγμή που πουλούσαν την ελευθερία τους στο συμφέρον. “Λένε ψέματα στον εαυτό τους και στους άλλους όλους· το ψέμα τους τριγυρνά στους δρόμους, χωρίς κάποιος να το κατηγορεί. Είναι ναυαγοί, και, όμως, φαίνονται σαν Κροίσοι στην ευτυχία τους. Αυτοε­ξορίστηκαν από τον Παράδεισο - βυθίστηκαν ως τα αφτιά μέσα στο θει­άφι της Κόλασης, κι όμως ο καθένας τους με ευχαρίστηση αυτοαποκα­λείται ιππότης της Εδέμ, και δεν αφήνει το γέλιο από τα χείλη του.

Προβάλλει, όμως, ορμητικά ο Βεελζεβούλ, με κέρατα, με αλογίσιο πόδι, χλευαστικά μουγκρίζοντας. Τότε ο καθένας σκουντά το διπλανό του με τον αγκώνα: Ε, συ! Αποκαλύψου! Γιατί, βλέπεις εκεί. Έρχεται ο κύριος”. Στο είδος αυτό ανήκουν από τα προηγούμενα και τα δύο σπουδαιότα­τα έργα του: "Brand" και "Per Gynt", έξοχα τόσο για την αφθονία αδρών νοημάτων, όσο και για την αριστοτεχνική χρήση του είδους. Και τα δύο αυτά έργα είναι γραμμένα σε εξαίρετους αρμονικούς και χαρακτηριστι­κούς στίχους. Αντίθετα, πεζά είναι "Ο Σύνδεσμος των Νεανιών" και "Τα στηρίγματα της Κοινωνίας". Με τα έργα αυτά ο ποιητής στρέφεται εναντίον των συγχρόνων του και των κακώς κειμένων στην πατρίδα του, στιγματίζοντας παντού όπου βρίσκει την κενότητα και το ψέμμα με αγανάκτηση, που οι ισχυρές εκρήξεις της, χωρίς να στερούνται από κωμικό ήθος, μερικές φορές βλάπτουν την καθαρά ποιητική εντύπωση. Ο Ίψεν το ποιητικό του στάδιο το εγκαινίασε με την καλλιέργεια της ιδέας του ωραίου στην τέχνη. Με το πέρασμα, όμως, του χρόνου συνδέ­θηκε τόσο στενά με την πραγματικότητα, ώστε τα νεότερα του έργα αντι­προσωπεύουν αποκλειστικά μόνο τη φυσική αλήθεια. Καταπλήσσει στα δράματά του το απλό και αληθοφανές και φυσικό όλων των στοιχείων. Οι ήρωές του είναι συνήθως ιερείς, επαρχιακοί σύμβουλοι, γυναίκες οικονόμοι, χωρικοί και αγρότες, που ζουν περιορισμένη ζωή και ομιλεί ο καθένας τη γλώσσα της τάξης στην οποία ανήκει, χωρίς να σκοτίζεται πολύ για τα δημόσια. Φαίνονται μάλιστα ότι λησμονούν την παρουσία των θεατών και δε σκέφτονται να κατασκευάσουν λέξεις με τις οποίες να τους θαμπώσουν ή να τους προκαλέσουν το γέλιο. Από τις σκηνές του Νορβηγού δραματογράφου λείπει εντελώς κάθε στοιχείο επίπλαστο και φτιασιδωμένο.


Η εξοχότερη ως προς το πάθος δραματική πράξη εξε­λίσσεται μπρος στα μάτια σας σάμπως υφασμένη μαζί με τις στερεότυ­πες βιοτικές μικρολογίες. Οσηδήποτε κι αν είναι η συγκίνηση που πηγά­ζει απ' αυτήν ή το ενδιαφέρον, η πορεία της καθόλου δεν εμποδίζει τα πρόσωπα του έργου να πιουν το τσάι ή να καθίσουν σε δείπνο όταν φτάσει η καθορισμένη ώρα. Στο "Σπίτι της Κούκλας" νεαρή μητέρα, η Νόρα, μπαίνει στο δωμάτιο φορτωμένη με ψουνίδια. αφού είναι παραμονή των Χριστουγέννων. Σε λίγο τη βλέπετε να παίζει με τα παιδιά της, να κρύβεται κάτω από το τραπέζι, να γελά, να τραγουδά, σαν να ήταν μια αληθινή μητέρα, μόνη με τα παιδιά της μέσα στο κλειστό σπίτι, χωρίς να σκοτίζεται διόλου για τους εκατοντάδες θεατές που την βλέπουν. Και, όμως, η τόσο ανύποπτη και χαριτωμένη αυτή κοπελίτσα μάλλον παρά γυναίκα προχωρεί προς τραγικότατο τέλος: Στο σύζυγό της επιδόθηκε επιστολή, που πρόκειται να ανοιχθεί ύστερα από κάποιες ώρες, και το αποτέλεσμα είναι αναπό­φευκτα καταστροφικό. Κίνησε κάθε τι να το αποτρέψει, εκτός, όμως, μάταια. Και δεν της απομένει τίποτε άλλο, παρά μόνο να πεθάνει μόλις περάσει η προθεσμία. “Να μην τον ξαναδεί ποτέ πια το σύζυγό της, ποτέ, ποτέ, ποτέ! Και τα παιδάκια της, να μην τα ξαναδεί ποτέ πια και αυτά, ποτέ! Αχ! αυτό το χιονόψυχρο νερό, το μαύρο! Ωχ! αυτό το πράγμα... αυτό το πράγμα χωρίς βυθό. Αχ! αν περνούσε μόνο!...” Αλλά πρέπει να πάει στο χορό η Νόρα, να χορεύσει μια ταραντέλα. Και τη χορεύει με τόση απελπιστική ευθυμία, ως άνθρωπος που πρόκει­ται όπου να' ναι ν' αποθάνει!... Παρατηρεί το ρολόι της- είναι πέντε το απόγευμα. Ως τα μεσάνυχτα εφτά ώρες ακόμη. Έπειτα, ακόμη εικοσιτέσσερες ώρες ως τα επόμενα μεσάνυχτα... "εικοσιτέσσερες και εφτά! έχω τριάντα και μια ώρα να ζήσω".

Ακριβώς τη στιγμή αυτή την καλεί ο σύζυγος της, που δεν πρέπει να υποπτευθεί τίποτε. -“Μα τι γίνεται, λοιπόν, το κορυδαλλάκι; -Να το!”, απαντά εκείνη και πέφτει στην αγκαλιά του, όλη χαμόγελο!.. ­Έτσι κλείνουν οι σκηνές των δραμάτων του Ίψεν: Η φρίκη, η αγωνία, η κατάπληξη ανάμεσα σε κοινά πράγματα -Ιδού κυρίως η εντύπωση, που προκαλεί το θέατρό του. Και σε τούτο έγκειται η απαράμιλλη πρωτοτυπία του Νορβηγού. Ως προς τη δομή των σκηνών αυτή ποτέ δεν παριστάνει επιβλητικές σκηνογραφίες. Κοινές κατοικίες, στις οποίες λειτουργεί απρόσκοπτα η φυσική ζωή της χώρας, αληθινό εσωτερικό της ζωγραφικής των Κάτω Χωρών- να οι σκηνές του. Ζωγραφίζοντας ο ίδιος ό, τι βλέπει κατά τον τρόπο του Ματους*, ανέβασε πάνω στη σκηνή εικόνες εφάμιλλες προς τις εικόνες των παλιών δασκάλων της Φλαμανδίας. Ό, τι όμως βλέπει ο Ίψεν, το βλέπει πολύ διαφορετικά από τους ση­μερινούς δραματογράφους. Ως άλλος Σαίξπηρ, εξετάζει τη ζωή από υψηλή σκοπιά σ' όλη της την εξέλιξη από την κούνια ως το φέρετρο, επενδύοντας τα δράματά του με πολύ φιλοσοφικό χαρακτήρα. Κανένας δεν διείσδυσε στους νεφρούς και στην καρδιά της ανθρωπό­τητας τόσο βαθιά εδώ και πολύ, πάρα πολύ χρόνο. Πόσο είναι βαρυσή­μαντες οι εξής λέξεις, και σχεδόν πάντοτε πικρές: “Ο συγχρωτισμός προς τη μεγάλη σου ψυχή εξευγενίζει (λέγει κάποιος στο Ρόσμερς Χολμ) και κατά συνέπεια φονεύει την ευτυχία”. -“Ο Πέτρος Μόντεσγαρδ, λέγει-κάποιος άλλος, μπορεί κάθε τι που θέλει...και τούτο γιατί ο Πέτρος Μόντεσγαρδ ποτέ δε θέλει περισσότερο απ'ό, τι μπορεί. Ο Πέτρος Μόντεσγαρδ είναι ικανός να ζήσει χωρίς κάποιο ιδανικό, και σε τούτο έγκειται όλο το μυστήριο της νίκης, σε τούτο ο κολοφών της σοφίας στον κόσμο αυτό!” Με τέτοιο τρόπο προβιβάζει το μεγαλείο του ο Ίψεν, αποκαλύπτοντας με τα έργα του νέες αρχές της σχετικά με τα ανθρώπινα φιλοσοφίας, εφάμιλλος ως προς αυτό του Σαίξπηρ. Η τελευταία λέξη της φιλοσοφίας αυτής είναι: Μη σταματάς να δρας· απελευθερώσου από τις προλήψεις, να αγωνίζεσαι και προπάντων να πράττεις σύμφωνα προς τις πεποιθήσεις σου. Δεν υπάρχει αληθινά θανάσιμο αμάρτημα, παρά μόνο ένα, το ψέμα.

Το πιο θανάσιμο αμάρτημα είναι το ψεύδος που λέγει κάποιος προς τον ίδιο του τον εαυτό. Και αυτά κηρύσσει ο ποιητής όχι επαναστατώντας ενάντια στις αρχές της ηθικής, ούτε πάλι συμφωνεί ως προς τα πάθη, με την αξίωση να τε­θούν πάνω από τα ήθη και το νόμο. Τουναντίον, αληθινός πουριτανός ο Ίψεν υποδουλώνεται πολύ λιγότερο απ' όλους τους ανθρώπους στην ηδονή της σάρκας. Η φιλοσοφία του δεν απευθύνεται πάρα μόνο στην κρίση του ανθρώπου και στη βούλησή του. "Αν πιστεύεις, λέγει, πράττε σύμφωνα προς την πίστη σου· και τούτο ως το τέλος, ως το μαρτύριο και το θάνατο. Όχι, όμως, ημιτελή πίστη· όχι τύπους που παθητικά παραδέχτηκες. Κατάστησε τον εαυτό σου σύμφωνο προς εσένα τον ίδιο, και να είσαι πρώτα και κύρια πρόσωπο". Διδασκαλία ατελώς -όπως την ονομάζει ο Ντεζαρντέν- αντρίκεια, όμως, και καλή για να την αφουγκραστούν οι σύγχρονες γενιές, που το πνεύμα τους σήμερα τυχαίνει να είναι αρκετά υψηλό, οι πράξεις τους, όμως, δεν έφτασαν ακόμη, όπως έπρεπε, ως το ύψος αυτού του πνεύμα­τος. Εξάλλου κι ο Ίψεν το παραδέχεται κι ο ίδιος ότι προτείνει καινά δαιμόνια: “Ο δικός μου ο θεός, λέγει, είναι θεός νέος, με μεδούλι, μέσα στα κόκκαλά του".

Τελικά Σχόλια

Ο Γεώργιος Βιζυηνός με το κείμενο του για τον Ίψεν, εκτός του ότι παρουσιάζει τη ζωή, τις απόψεις και το έργο του μεγάλου νορβηγού συγ­γραφέα, βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τα γλωσσικά και πνευματι­κά πράγματα στην Ελλάδα του 19ου αιώνα και ακόμη -έμμεσα ίσως- για τον ίδιο του τον εαυτό. Γράφει συγκεκριμένα ο Βιζυηνός (χρησιμοποιούμε το κείμενο του αυ­τούσιο): “Μόλις περί το 1830 ήρχισαν οι Νορβηγοί ν' απαλλάσσονται της παροδικής ταύτης καταστάσεως και να κατανοώσιν, ότι, αντί με υπέρο­γκους επαίνους των αρετών αυτής, ηδύνατο να λαμπρύνωσι την πατρίδα με πολύ καλύτερον τρόπον: πράττοντες ό, τι προ πολλού ήδη ώφειλε να έχη και η Ελλάς πεπραγμένον. Καλλιεργούντες δηλαδή και διαμορφούντες εν τη φιλολογία παν ό, τι φέρει αγνόν και αμιγή τον εθνικόν χαρα­κτήρα. Τοιουτοτρόπως οι μύθοι του λαού και τα δημώδη άσματα επιμε­λώς περισυλλεγέντα παρεδόθησαν δια του τύπου κοινόν τοις πάσι κτή­μα...” Και λίγο παρακάτω συμπληρώνει: “ελπίζομεν ότι και εν Ελλάδι ποτέ θα γίνη τοιαύτη τις ενιαία εργασία”. Μιλώντας για τον Ίψεν και για τον ξενιτεμό του, γράφει: “Αληθώς "με στήθια ματωμένα" απεκατέστη ο αοιδός εν τη ξένη.

Το 1866 το Σπόρτιγγ της πατρίδος του εψήφισεν υπέρ αυτού ετησίαν σύνταξιν ποιητού, ην εξακολουθεί να καρπούται ο Ίβσεν μέχρι τούδε”, θα ήταν εντελώς αυθαίρετο να υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο θα ήθελε ο Βιζυηνός και για τον εαυτό του εκ μέρους του Ελληνικού κράτους; Τέλος, μια έμμεση αναφορά στον εαυτό του είναι όσα ακολουθούν: “Λιτότατος τον βιον ζη κατά μόνας. Σιωπηλός και εις εαυτόν συγκε­ντρωμένος, κατορθώνει να μη έχη σχεδόν χρείαν της κοινωνίας, τούθ' όπερ άλλως και προϋποτίθεται ως όρος πολύ αναγκαίος δια τον αξιούντα να τα ψάλλη εις την κοινωνίαν. Μόνη ευχαρίστησις αυτού είναι να γράφη... Το δημιουργικόν εν τη ιδιοφυΐα του Ίβσεν είναι προ πάντων ηθική ενέργεια... Η δραματική προπάντων μεγαλοφυΐα του Ίβσεν ανεπτύχθη βαθμηδόν και κατ' ολίγον, ως αληθής μεγαλοφυΐα. Ως εκ τούτου και η αξία των έργων αυτού προέβη αυξανομένη μετά του αριθμού των”. Από αυτά τα λίγα στοιχεία που επιλέξαμε, θέλοντας να τονίσουμε την ευρύτητα του Βιζυηνού πνεύματος, φαίνεται και καταδείχνεται η θέση ότι στην Ευρώπη ο Θρακιώτης νέος δεν πήγε απλώς για να πάρει ένα "χαρτί". Γνώρισε όχι μόνο στα βιβλία την Ευρώπη του 19ου αιώνα, όχι μόνο το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Λειψία, αλλά και τις κρύες χώρες του Βορρά που -ως φαίνεται- τόσο συγκίνησαν την ευαίσθητη ψυχή του. Έχω την πεποίθηση ότι τη στιγμή που παρουσίασε στο Ελληνικό κοινό την εργασία του για τον Ίψεν, προέβαινε σε μια συνολική πρόταση για τα πνευματικά πράγματα της χώρας μας. Και επιπλέον, ότι τούτο ήταν ένας δραματικός επίλογος για τη δική του πνευματική πορεία.

1. Θαλασσία μαλακόπτιλος νήσσα ( Sometaria lanugilosa norvegica). Τα πολυάριθμα αυτά πτηνά των βόρειων θαλασσών, κατά την περίοδο της κατοικίας εξέρχονται στις νησίδες και κατασκευά­ζουν τις φωλιές τους από χονδροειδή υλικά και εσωτερικά τα επενδύουν με τα πούπουλα τους, που είναι πολυτιμότατα για το γέμισμα μαξιλαριών, κτλ. Οι ιδιοκτήτες τέτοιων μικρών νησιών στη Νορβηγία προετοιμάζουν προφυλακτικά καταφύγια για τα πτηνά και τα περιποιούνται ως την εκκόλαψη, οπότε συγκεντρώνουν τα πούπουλα από τις φωλιές και τα εμπορεύονται. Αντίθετα, άλλοι λαοί, όπως οι Ισλανδοί, Γροιλανδοί, κλπ., καταδιώκουν τις πάπιες της θάλασσας, αφαιρούν από τις φωλιές τα αυγά και τα πούπουλα, αναγκάζοντάς τες να επαναλάβουν το ξεπουπούλιασμα και το έργο της κατοικίας.

* Πρέπει να εννοεί το φλαμανδό ζωγράφο Μάσαϋς ή Μέτσαϋς (το όνομά του Κοϊντίνος ή ο γιος τον Ιωάννης).





thulebooks.gr