Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

ΠΕΡΙ ΑΦΕΛΟΥΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ


Über naive und sentimentaliche Dichtung


Συγγραφέας: Schiller, Friedrich Von


Μεταφραστής: Κονδύλης, Παναγιώτης

 
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας, όπου χαρίζουμε στη φύση -όπως αυτή μας φανερώνεται στα φυτά, τα ορυκτά, τα ζώα και τα τοπία, ή, ως ανθρώπινη φύση, στα παιδιά, στα ήθη των χωρικών και του περίγυρου- ένα είδος αγάπης και συγκινητικού σεβασμού, όχι επειδή ευχαριστεί τις αισθήσεις μας ούτε και γιατί ικανοποιεί τη διάνοια ή το γούστο μας (συχνά μπορεί και το αντίθετο να συμβαίνει), παρά απλώς επειδή είναι φύση. Κάθε λεπτότερος άνθρωπος, που δεν του λείπει ολότελα το αίσθημα, το νιώθει αυτό όταν πλανιέται στην ύπαιθρο, όταν ζει στην εξοχή ή όταν εγκύπτει στα μνημεία των παλιών καιρών, κοντολογής, όταν το θέαμα της αθώας και απλοϊκής φύσης έρχεται να τον ξαφνιάσει μέσα στις τεχνητές σχέσεις και καταστάσεις όπου βρίσκεται. Από τούτο το ενδιαφέρον, που όχι σπάνια εξυψώνεται για να γίνει ανάγκη, γεννιούνται πολλές μας αγάπες για λουλούδια και ζώα, για απλούς κήπους, για περιπάτους, για την ύπαιθρο και τους κατοίκους της, για κάποια προϊόντα της μακρινής αρχαιότητας κτλ., αν βέβαια προϋποθέσουμε ότι σ' όλα τούτα δεν παίζουν το ρόλο τους η προσποίηση ή κάποιο ενδιαφέρον τυχαίο. Ωστόσο, τούτο το είδος ενδιαφέροντος για τη φύση εμφανίζεται μονάχα υπό δύο όρους. Πρώτα-πρώτα, είναι ολότελα απαραίτητο να είναι το αντικείμενο, που μας ξυπνά το ενδιαφέρον αυτό, φύση και το ίδιο, ή τουλάχιστον να φαίνεται τέτοια σε μας· και δεύτερο, να είναι αφελές (με την πιο πλατιά σημασία του όρου), δηλαδή η φύση να βρίσκεται σε αντίθεση με την τέχνη και να την ντροπιάζει. Μόλις ο δεύτερος όρος προστεθεί στον πρώτο -κι όχι πρωτύτερα-, η φύση γίνεται κάτι τι το αφελές.
Αν έτσι βλέπουμε τα πράγματα, τότε για μας φύση δεν είναι τίποτε άλλο από το αυτόβουλο είναι, την αυτοδύναμη υπόσταση των πραγμάτων, την ύπαρξη σύμφωνα με νόμους δικούς της αμετάβλητους.
Η αντίληψη τούτη είναι ολωσδιόλου αναγκαία, αν θέλουμε να αισθανθούμε ενδιαφέρον για παρόμοια φαινόμενα. Αν μπορούσαμε να δώσουμε σ' ένα χειροποίητο λουλούδι την επίφαση της φύσης, έστω και ξεγελώντας ολότελα το μάτι, ή να μπορούσαμε να οδηγήσουμε ίσαμε το κορυφαίο σημείο της ψευδαίσθησης τη μίμηση του αφελούς στα ήθη -ωστόσο η ανακάλυψη, ότι πρόκειται για μίμηση, θα εκμηδένιζε εντελώς το αίσθημα, για το οποίο μιλάμε εδώ. Τούτο δείχνει ότι η τέτοια αρέσκεια προς τη φύση δεν είναι αισθητικής, παρά ηθικής υφής, γιατί διαβιβάζεται μέσω μιας ιδέας και δεν γεννιέται άμεσα με την παρατήρηση κι επιπλέον διόλου δεν εξαρτάται από την ωραιότητα των μορφών. Γιατί να μας είναι καθαυτά αρεστά ένα χαμολούλουδο, μια πηγή, μια πέτρα σκεπασμένη από βρύα, το τσίριγμα των πουλιών, το βούισμα των μελισσών κτλ.; Και τι θα μπορούσε να τους δώσει καν το δικαίωμα ν' αξιώνουν την αγάπη μας; Δεν αγαπάμε όμως τα ίδια αντικείμενα αυτά, παρά μιαν ιδέα, την οποίαν εξεικονίζουν. Σ' αυτά αγαπούμε τη σιγαλή δημιουργική ζωή, την ήσυχη αυτάρκη δραστηριότητα, την αυτόνομη ύπαρξη, την εσωτερική αναγκαιότητα, την αιώνια ενότητα με τον εαυτό τους.
Τ' αντικείμενα αυτά είναι ό,τι εμείς είμαστε κάποτε· είναι ό,τι εμείς οφείλουμε να γίνουμε και πάλι. Κάποτε είμαστε φύση όπως κι αυτά, και τώρα ο πολιτισμός μας πρέπει και πάλι να μας ξαναφέρει στη φύση από το δρόμο του Λόγου και της ελευθερίας. Επομένως, τ' αντικείμενα τούτα αποτελούν συνάμα εξεικόνιση της χαμένης παιδικής μας ηλικίας, που για μας παραμένει ό,τι το ακριβότερο, και γι' αυτό μας γεμίζουν με μια κάποια νοσταλγία. Παράλληλα όμως αποτελούν εξεικονίσεις της ύψιστης τελείωσής μας μέσα στο ιδεώδες και γι' αυτό γεννούν εντός μας μιαν έξοχη συγκίνηση.
Όμως η τελειότητά τους δεν είναι δικό τους κατόρθωμα, γιατί δεν είναι έργο της εκλογής τους. Έτσι μας χαρίζουν την ολότελα ιδιόμορφη ηδονή ότι αποτελούν τα πρότυπά μας χωρίς να μας ντροπιάζουν. Είναι μια αδιάκοπη παρουσία των θεών, ωστόσο μας περιβάλλουν περισσότερο αναψύχοντάς μας παρά θαμπώνοντάς μας. Το χαρακτήρα τους τον συνιστά ακριβώς ό,τι λείπει από το δικό μας για να 'ναι τέλειος· ό,τι μας ξεχωρίζει από κείνα είναι ακριβώς ό,τι τους λείπει για να 'ναι θεϊκά. Εμείς είμαστε ελεύθεροι, εκείνα είναι αναγκαία· εμείς αλλάζουμε, εκείνα μένουν ίδια. Όμως το Θείο ή το Ιδεώδες γεννιέται μονάχα όταν συνδέονται και τα δύο -όταν η βούληση ακολουθεί ελεύθερα το νόμο της ανάγκης κι όταν ο Λόγος κρατεί τους κανόνες του μέσα σ' όλες τις μεταλλαγές της φαντασίας. Σε εκείνα λοιπόν βλέπουμε αιώνια ό,τι εμείς δεν κατέχουμε, συνάμα όμως κι ό,τι καλούμαστε να αγωνιστούμε για να αποκτήσουμε, ό,τι ελπίζουμε να ζυγώσουμε μέσα σε μιαν άπειρη πρόοδο, έστω κι αν ποτέ δεν το φτάσουμε. Σε μας, πάλι, βλέπουμε ένα προτέρημα που λείπει από εκείνα και που είτε ποτέ δεν μπορούν να το αποκτήσουν, όπως συμβαίνει με τα άλογα όντα, είτε μπορούν, αλλά μονάχα αν ακολουθήσουν το δικό μας δρόμο, όπως συμβαίνει με τα παιδιά.
 Όσο ο άνθρωπος παραμένει ακόμη καθαρή κι όχι, εννοείται, ακατέργαστη φύση, παρουσιάζεται ως αδιαίρετη αισθητή ενότητα και ως αρμονικό όλο. Αισθήσεις και Λόγος, δεκτική και αυτενεργή λειτουργία δεν έχουν ακόμη διαχωρίσει τη δραστηριότητά τους και πολύ λιγότερο αντιφάσκουν μεταξύ τους. Τα αισθήματα του ανθρώπου δεν είναι το άμορφο παίγνιο της παραστατικής δύναμης· τα πρώτα βγαίνουν από το νόμο της αναγκαιότητας και οι δεύτερες από την πραγματικότητα. Μόλις ο άνθρωπος μπει στην κατάσταση του πολιτισμού και η τέχνη τον αγγίξει με το χέρι της, η αισθητή εκείνη αρμονία καταλύεται και ο ίδιος μπορεί πια να εκφραστεί μονάχα ως ηθική ενότητα, δηλαδή καθώς αγωνίζεται για να πετύχει την ενότητα. Η συμφωνία αισθήματος και σκέψης, που στην πρώτη του κατάσταση υπήρχε πραγματικά τώρα υπάρχει ιδεατά μόνο· δεν βρίσκεται πια εντός του, παρά έξω απ' αυτόν, σαν σκέψη που πρέπει να πραγματωθεί κι όχι ως γεγονός της ζωής του. Αν τώρα εφαρμόσουμε την έννοια της ποίησης -που δεν σημαίνει άλλο τίποτε παρά ότι δίνουμε στην ανθρωπότητα την πληρέστερη δυνατή της έκφραση- και στις δύο παραπάνω καταστάσεις, τότε προκύπτει ότι στην κατάσταση της φυσικής αθωότητας, όπου ακόμη ο άνθρωπος εμφανίζεται μ' όλες του τις δυνάμεις ως αρμονική ενότητα κι όπου το όλο της φύσης του εκφράζεται με πληρότητα μέσα στην πραγματικότητα, τον ποιητή τον κάνει η κατά το δυνατόν πλήρης μίμηση του πραγματικού- ενώ αντίθετα στην κατάσταση του πολιτισμού, όπου η αρμονική εκείνη συνεργασία ολόκληρης της φύσης του είναι απλώς μια ιδέα, τον ποιητή τον κάνει η εξύψωση του πραγματικού σε ιδεώδες, ή, που είναι τελικά το ίδιο, η εξεικόνιση του ιδεώδους. Αυτοί είναι οι μόνοι δυνατοί τρόποι, με τους οποίους μπορεί να εκφραστεί ο ποιητικός δαίμων. Όπως βλέπουμε, διαφέρουν στο έπακρο μεταξύ τους, όμως υπάρχει και μια υπέρτατη έννοια, που τους αγκαλιάζει και τους δύο: δεν πρέπει να φαίνεται παράξενο, αν η έννοια τούτη συμπίπτει με την έννοια της ανθρωπότητας.