Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Το δέρμα

μτφρ.: Παναγιώτης Σκόνδρας
εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 448


Κούρτσιο Μαλαπάρτε
Το δέρμα

Μια συγκλονιστική μαρτυρία
Αντί σημαίας, ένα ανθρώπινο τομάρι...

Απόσπασμα από κριτική του Στάντη Αποστολίδη
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=315811
Το Δέρμα θ' απογοητεύσει τον αναγνώστη που γυρεύει ένα μυθιστόρημα. Οχι γιατί δεν ανταποκρίνεται στις γραμματολογικες απαιτήσεις του όρου. Και μύθος είναι και Ιστορία, αλλά λείπουν οι «ήρωες» -γιατί γράφεται για τους ηττημένους!- και αντί πλοκής, αναδύονται εικόνες σπασματικές μονάχα, μιας κόλασης που ελάχιστοι έχουν το κουράγιο ν' αντικρίσουν... Σελίδες που σε καθηλώνουν, μα σαν τις διαβάσεις, εύχεσαι να μην είχαν γραφεί ποτέ. Θηριωδίες έξω νου, που ελπίζεις να μη συνέβησαν... Κι όμως, δεν είναι παρά αλήθειες χαμένες στα παραλειπόμενα της Ιστορίας, λησμονημένες μες στους θριαμβικούς αλαλαγμούς για τους Σύμμαχους «ελευθερωτές» της Ευρώπης...

Τον Οκτώβριο κιόλας του 1943, μετά την κατάρρευση του Μουσολίνι, οι αμερικανικές δυνάμεις, με συνοδεία Καναδών, Γάλλων, Μαροκινών, Αλγερινών, Τυνήσιων και άλλων εξωτικών εθνικοτήτων αποβιβάστηκαν στη Νάπολη, ξεκινώντας ένα σκληρό αγώνα για την εκκαθάριση της χώρας από τα γερμανικά στρατεύματα, πόλη προς πόλη, δρόμο προς δρόμο. Τα θλιβερά απομεινάρια του ιταλικού στρατού, έχοντας καταθέσει ταπεινωτικά τα όπλα και αλλάζοντας παράταξη, ντυμένα με παλιές αγγλικές στολές του μετώπου της Αφρικής, πολεμούσαν τώρα σαν παλιάτσοι στο πλευρό των νέων τους «συμμάχων», για να κερδίσουν από κοινού τον ίδιο εκείνο πόλεμο που είχαν χάσει μαζί με τους Γερμανούς! Ο Μαλαπάρτε, σύνδεσμος-αξιωματικός, παρακολουθεί βήμα βήμα τη νικηφόρα πορεία, αλλά με τα μάτια στραμμένα κατά πίσω: στους συντριμμένους, τους τραγικούς, πεινασμένους, εξαθλιωμένους συμπατριώτες του, που οφείλουν να σκεπάσουν την ντροπή και τα κουρέλια τους επευφημώντας τους νικητές τους! Το χρονικό της χαμερπούς επιβίωσης, του φρικαλέου αλληλοσπαραγμού, που δεν ξέσπασε μεν σαν εμφύλιος, όπως στην Ελλάδα, μα χωρίς να 'ναι και λιγότερο αιματηρός, συνιστά τον σκελετό κάτω από το Δέρμα.


...... Διφυής στην κυριολεξία, καθότι γόνος Γερμανού και Ιταλίδας, με ευρύτατη ευρωπαϊκή καλλιέργεια, δεν είναι ασφαλώς διόλου τυχαίο πως το φιλολογικό του ψευδώνυμο ήταν το ανάποδο του Βοναπάρτη!

Αν είναι δύσκολο να κρίνει πια κανείς το πρόσωπο -«χαμαιλέων» ή αυτοσπαρασσόμενη διαρκώς μεταξύ των άκρων συνείδηση;-, το έργο του, βαθύτατα ανθρώπινο και ορισματικό κυρίως ειπείν της εποχής του, μ' ευρύτατη επίδραση, δεν έχει ούτε κομμουνιστικά ούτε φασιστικά ούτε χριστιανικά ίχνη. Εστέτ, στο βάθος, ταμπουρωμένος πίσω από έναν ακραίο κυνισμό, που τον οδηγεί στην αυτομαστίγωση και την αυτοταπείνωση μες στο χάος της κόλασης γύρω του, ντρέπεται για τη ζέστα του και για την ανθρωπιά του. Αλλά και μαζί, οξύτατα καταγγελτικός, εξαπολύει μιαν αδυσώπητη ειρωνεία, έναν εθνικό αυτοσαρκασμό, διατυπωμένον με ανένδοτο ουαϊλδικό πνεύμα. Χαράζει ένα πορτρέτο του λαού του ειδεχθές, ελπίζοντας ίσως, ενδόμυχα, πως αυτό θα «άρει τις αμαρτίες», θα τραβήξει τις ασκήμιες όλες πάνω του, σαν άλλο πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ, αφήνοντας τη χώρα του άμωμη... Οι περιγραφές του, βγαλμένες από την Αποκάλυψη. Οι εμφανιζόμενες μορφές μοιάζουν τόσο στους δαίμονες της μιχαηλαγγελικής Δευτέρας Παρουσίας ή τα τερατόμορφα πλάσματα του Μπος, ώστε γεννούν αμφιβολίες για τα γραφόμενά του. Μα το θέμα δεν είναι καν η αλήθεια των γεγονότων, όσο η αλήθεια της ματιάς - που 'ναι αδιαμφισβήτητη. Αυτή φαίνεται πως ήταν η Ιστορία και ποτέ δεν τη μάθαμε, ποτέ δεν θα περάσει στα επίσημα εγχειρίδια. Γιατί όσοι περπατάνε σήμερα στην πλατεία της Σάντα Μαρία Νοβέλλα της Φλωρεντίας, θαυμάζοντας τ' αθάνατα μνημεία, σεβόμενοι τον πολιτισμό, τον χώρο, δύσκολα θα πιστέψουν πως πάνω στα ίδια εκείνα σκαλιά εκτελούσαν χαριεντιζόμενοι οι νικητές παρτιζάνοι αιχμαλώτους αράδα, νέα παιδιά 16-17 χρονών, με την κατηγορία του δωσιλογισμού -αληθινή; ψεύτικη; ποιος ξέρει;- και το ακόμη πιο ασύλληπτο: πως έβγαινε αγανακτισμένος ο εφημέριος με μια σκούπα στο χέρι και τους βάραγε, μ' ένα σκέτο σκουπόξυλο, τους οπλισμένους με αυτόματα, να πάνε αλλού, σ' άλλη εκκλησιά, αν θέλουν να κάνουν τις εκτελέσεις τους, να μην του λερώνουν αυτουνού το προαύλιο!... Και ύστερα έπιανε και πάστρευε τις λίμνες αίματα από τα μάρμαρα γκρινιάζοντας... Αυτή την Ιστορία, του δρόμου, ο Μαλαπάρτε τη μεταφέρει με τρόπο μοναδικό!

Στα θλιβερά βομβαρδισμένα σοκάκια της Νάπολης, στην Αππία οδό, μπρος απ' τα Σέρμαν που κατευθύνονταν για τη Ρώμη, στον μοναχικό κώνο του Βεζούβιου, στις συνοικίες της Φλωρεντίας, αντιμέτωπος με τους ελεύθερους σκοπευτές, τέλος, στην πλατεία του Μιλάνου, μπρος στο κρεμασμένο πτώμα του Μουσολίνι απ' το τσιγκέλι, όπου το μάτι του γυρίσει, όπου κι αν δει, ερείπια μαύρα της ζωής του βλέπει εκεί, αγόρια και κορίτσια να εκπορνεύονται για λίγες δεκάρες στους ελευθερωτές, ξετσίπωτους «ήρωες της επόμενης μέρας» να προβάλλουν με ψευτομαρξιστικό ένδυμα μες απ' τα λαγούμια τους για να δοξαστούν μαζί με τους νικητές, μίση αχαλίνωτα, ανθρώπους απελπισμένους, σε οργιαστικό χορό πιασμένους καθημερινά με τον θάνατο. Και μολαταύτα δεν χάνει ποτέ τον απέραντο υπαρξιακό του οίκτο... Γιατί για τον Μαλαπάρτε ο άνθρωπος είναι ανεκτός μόνο μέσα στην εξαθλίωση και τον εξευτελισμό. Ο άνθρωπος μέσα στην τύχη του, ο άνθρωπος που κάθεται στον θρόνο της αλαζονείας του, της ισχύος του, της ευτυχίας του, ο ντυμένος με τα στολίδια του νικητή, ο άνθρωπος ο καθήμενος επί του Καπιτωλίου, είναι θέαμα αποκρουστικό...


Συνθετικά, το Δέρμα πάσχει, όπως και το Καπούτ -μα για τη «σύνθεση» νοιάζονται μόνον οι γραφιάδες της σειράς... Οι κοφτοί διάλογοι, που ενίοτε παραπέμπουν σε θέατρο του παραλόγου, κρατάνε καθηλωμένο τον αναγνώστη, το υπερβατικό στοιχείο στις περιγραφές καθιστά πιο έντονη την υποβολή, ενώ ο πληθωρικός λυρισμός του, μολονότι πανταχού παρών, δεν κουράζει πάντως όσο στο Καπούτ.

Η βασική του ιδέα, που δίνει και τον τίτλο στο έργο, του 'χει καρφωθεί από τη γερμανική προέλαση στην Ουκρανία, με το πρωταντίκρισμα ενός ανθρώπινου κουφαριού, τσαλαπατημένου από τις ερπύστριες των τανκς, που κάποιος, για να το μεταφέρει στο κοινό χωνευτήριο, το τσιμπάει με τη μύτη της αξίνας του και την παίρνει επ' ώμου! Εκείνο που ήταν άνθρωπος, ανεμίζει τώρα σαν δερμάτινη σημαία στο κοντάρι της! Αυτή είναι η σημαία μας, η σημαία της Ευρώπης μετά την απερίγραπτη αλληλοσφαγή, διακηρύσσει ο παραδοξολόγος πάντα Μαλαπάρτε! Το δέρμα είναι η μοναδική μας πατρίδα, στ' όνομα της οποίας γίνονται όλα! Για να σώσει κανείς το τομάρι του και μόνο πολεμάει... (Και αναρωτιέμαι μάλιστα μήπως θα 'ταν προσφυέστερο η απόδοση του τίτλου να 'ταν Το τομάρι - μολονότι αντιλαμβάνομαι τόσο το κακόηχο της λέξης όσο και τις άλλες σημασίες που σύρει μαζί της.) Ενα όμοιο ισοπεδωμένο κουφάρι από συμμαχικό άρμα έξω από τη Ρώμη αναρριπίζει τη μνήμη και τον βεβαιώνει γι' άλλη μια φορά πως αυτό που μένει πια δεν είναι παρά το σκέτο τομάρι μας. Ολος ο πολιτισμός αιώνων, όλη η εκλεπτυσμένη Αναγέννηση, ο γενναίος Διαφωτισμός δεν βοήθησαν και καταντήσαμε ν' αγωνιζόμαστε πάλι για τα στοιχειώδη, τα εντελώς απαραίτητα, τη σκέτη ύπαρξη, το πιο ταπεινό καθενός: το δέρμα του και μόνο!........

Το Δέρμα αποτελεί μαρτυρία συγκλονιστική και παράλληλα μια διάπυρη αντισυμβατική καταγγελία! Μπορεί κανείς να μισήσει τον συντάκτη της ή να θάψει μέσα του το βιβλίο, αλλά δεν μπορεί ποτέ να το προσπεράσει ή να το λησμονήσει. Αλλωστε αυτό και δεν του συγχωρούν του Μαλαπάρτε!...