Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Τζάκομο Πουτσίνι - Μαντάμα Μπαττερφλάι




Η Μαντάμα Μπαττερφλάι, το αριστουργήμα του οπερατικού ρεπερτορίου του Πουτσίνι παρουσιάζεται για τέσσερις παραστάσεις, σε νέα παραγωγή, στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία του διάσημου αργεντινού σκηνοθέτη της όπερας, Ούγκο ντε Άνα. Ο μοιραίος έρωτας της δεκαπεντάχρονης γκέισας Τσο-Τσο-σαν για τον Πίνκερτον, υποπλοίαρχο του Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ανεβαίνει σε μια μεγαλειώδη παραγωγή με θεαματικά σκηνικά και διανομή διεθνούς επιπέδου όπου πρωταγωνιστεί μια πλειάδα Ελλήνων και ξένων σπουδαίων τραγουδιστών. Διευθύνει ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ Μύρων Μιχαηλίδης.


Η Μαντάμα Μπαττερφλάι με μια ματιά 


Ο συνθέτης / O Τζάκομο Πουτσίνι γεννήθηκε στη Λούκκα της Τοσκάνης στις 22 Δεκεμβρίου 1858. Δεν ήταν μόνον το πέμπτο από επτά αδέλφια, αλλά και ο πέμπτος κατά σειρά μουσικός μιας οικογένειας απ’ όπου κατάγονταν οργανιστές του καθεδρικού ναού της πόλης, αρχιμουσικοί και συνθέτες κυρίως εκκλησιαστικής μουσικής. Mέχρι σήμερα ο Πουτσίνι παραμένει ένας από τους επιτυχέστερους Iταλούς συνθέτες όπερας, καθώς τα περισσότερα έργα του βρίσκονται σταθερά στο ρεπερτόριο των λυρικών θεάτρων του κόσμου. Η προσωπική του γλώσσα διαμορφώθηκε με μεγάλη σαφήνεια ήδη από την τρίτη του όπερα, Μανόν Λεσκώ (1893), ενώ με τα επόμενα τρία έργα του, Μποέμ (1896), Τόσκα (1900) και Μαντάμα Μπαττερφλάι (1904), αναγνωρίστηκε ως ο σημαντικότερος διάδοχος του Τζουζέππε Βέρντι. Η πρόδηλα μελωδική μουσική και η έντονη θεατρικότητα που χαρακτηρίζουν τις όπερές του απάντησαν με επιτυχία στα αιτήματα της εποχής. Πέθανε το 1924, αφήνοντας ανολοκλήρωτη την τελευταία του όπερα, Τουραντότ (1926). 

Το έργο / Η Μαντάμα Μπαττερφλάι είναι «γιαπωνέζικη τραγωδία» σε ποιητικό κείμενο των Τζουζέππε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλλικα, εμπνευσμένο από το ομότιτλο μονόπρακτο θεατρικό έργο (1900) του αμερικανού Ντέιβιντ Μπελάσκο, το οποίο βασίστηκε σε σύντομο διήγημα (1898) του επίσης αμερικανού Τζων Λούθερ Λονγκ. αρκετά στοιχεία πηγάζουν επίσης από το μυθιστόρημα Μαντάμ Κρυζαντέμ (1887) του Γάλλου Πιέρ Λοτί. Η υπόθεση της όπερας αφορά το μοιραίο έρωτα της δεκαπεντάχρονης γκέισας Τσο-Τσο-Σαν για τον Πίνκερτον, υποπλοίαρχο του Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ύστερα από τρία χρόνια απουσίας, ο αξιωματικός επιστρέφει με την αμερικανίδα σύζυγό του στην Ιαπωνία, μαθαίνοντας ότι έχει αποκτήσει γιο από τη Μπαττερφλάι. Εκείνη δέχεται να παραδώσει το παιδί στον Πίνκερτον, αλλά στη συνέχεια αυτοκτονεί. 

Πρεμιέρες / Η Μαντάμα Μπαττερφλάι πρωτοπαρουσιάστηκε ως δίπρακτη όπερα στη Σκάλα του Mιλάνου στις 17 Φεβρουαρίου 1904. Αναθεωρημένη, σε τρεις πράξεις, δόθηκε στο Mεγάλο Θέατρο της ιταλικής πόλης Mπρέσα στις 28 Μαΐου 1904. Η μορφή στην οποία παρουσιάζεται το έργο στις μέρες μας βασίζεται σε εκδοχή του Πουτσίνι για το θίασο της Κωμικής Όπερας του Παρισιού που ανέβηκε στη γαλλική πρωτεύουσα στις 28 Δεκεμβρίου 1906. Στην Ελλάδα περιλήφθηκε στο ρεπερτόριο του Γ΄ Ελληνικού Μελοδράματος ήδη από το 1919. Τον Απρίλιο του 1930 ανέβηκε εκ νέου στο –πρώτο– Θέατρο Ολύμπια της Αθήνας από τη μελοδραματική σχολή του Ελληνικού Ωδείου, με τη Μαρία Τριβέλλα, δασκάλα της Μαρίας Κάλλας, στον κεντρικό ρόλο. Την ορχήστρα διεύθυνε ο Αλέξανδρος Κυπαρίσσης. 

Η Μαντάμα Μπαττερφλάι υπήρξε επίσης η πρώτη όπερα που παρουσιάστηκε από την Εθνική Λυρική Σκηνή, μετά την πρεμιέρα του νεοϊδρυθέντος θιάσου με την οπερέτα Η νυχτερίδα του Γιόχαν Στράους υιού. Η όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε κατά την περιοδεία του θιάσου στο θερινό Βασιλικό Θέατρο Θεσσαλονίκης στις 4 Σεπτεμβρίου 1940. Η επίσημη πρεμιέρα δόθηκε στην Αθήνα, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου στις 25 Οκτωβρίου 1940. Τον κεντρικό ρόλο ερμήνευαν εναλλάξ η Ζωή Βλαχοπούλου και η Άννα Ρεμούνδου, ενώ την ορχήστρα διεύθυνε ο Λεωνίδας Ζώρας. 

Σύνοψη 

Α’ Πράξη / Ναγκασάκι, αρχές 20ού αιώνα. Ο Μπέντζαμιν Φράνκλιν Πίνκερτον, υποπλοίαρχος του Ναυτικού των ΗΠΑ, ρυθμίζει με τον Γκόρο, Ιάπωνα μεσίτη γάμων, τις τελευταίες λεπτομέρειες της γαμήλιας ένωσής του με τη δεκαπεντάχρονη γκέισα Τσο-Τσο-Σαν, την αποκαλούμενη «Μπαττερφλάι». ο Πίνκερτον πληροφορεί τον αμερικανό πρόξενο Σάρπλες ότι, σύμφωνα με το ιαπωνικό δίκαιο, για τον ίδιον η ένωση αυτή δεν είναι δεσμευτική και μπορεί να λυθεί σε οποιονδήποτε χρόνο. Μάταια ο Σάρπλες επισημαίνει στον αξιωματικό ότι για την έφηβη Τσο-Τσο-Σαν η τελετή είναι σοβαρή υπόθεση. Καταφτάνει η νύφη με συγγενείς, φίλους και φίλες της. Παρουσιάζει στον Πίνκερτον τα λιγοστά της υπάρχοντα, που περιλαμβάνουν το τελετουργικό μαχαίρι με το οποίο αυτοκτόνησε ο πατέρας της. Αμέσως μετά φτάνει ο Μπόνζο, ιερέας και θείος της γκέισας, που την καταριέται επειδή απαρνήθηκε τη θρησκευτική πίστη της. Το ίδιο ζητά από τους παρευρισκόμενους συγγενείς. Η Τσο-Τσο-Σαν μένει μόνη με τον Πίνκερτον, που προσπαθεί να την παρηγορήσει. Η υπηρέτριά της Σουτζούκι την ετοιμάζει για την πρώτη νύχτα του γάμου, και η ερωτευμένη Μπαττερφλάι σμίγει με το σύζυγό της στον κήπο. 

Β’ Πράξη / Τρία χρόνια αργότερα στην ίδια κατοικία η Τσο-Τσο-Σαν και η Σουτζούκι συζητούν μόνες. Ο Πίνκερτον έφυγε για την πατρίδα του λίγο μετά το γάμο και δεν επέστρεψε από τότε. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη παραμένει πιστή και ονειρεύεται τη μέρα που θα τον ξαναδεί. Φτάνει ο Σάρπλες, θέλοντας να την προετοιμάσει για την επιστροφή του Πίνκερτον μαζί με την αμερικανίδα σύζυγό του. Η Τσο-Τσο-Σαν αρνείται να τον ακούσει. Του δείχνει το γιο που απέκτησε από τον Πίνκερτον. Στολίζει το σπίτι για την υποδοχή του και, πλάι στο παιδί και στη Σουτζούκι, τον περιμένει άγρυπνη όλη νύχτα. 

Ξημερώνει, και η Τσο-Τσο-Σαν παίρνει το παιδί σε διπλανό δωμάτιο για να το νανουρίσει. Μπαίνουν ο Πίνκερτον και ο Σάρπλες. Ζητούν από τη Σουτζούκι να μιλήσει με την αμερικανίδα σύζυγο, που περιμένει έξω από το σπίτι. Ο Πίνκερτον αναπολεί το παρελθόν. Κυριευμένος από τύψεις, αποφεύγει να αντιμετωπίσει την Τσο-Τσο-Σαν και αποχωρεί. Εμφανίζεται η Μπαττερφλάι, που τον αναζητά. Έντρομη, βλέπει την ξένη γυναίκα στον κήπο. Πληροφορείται από τον Σάρπλες και τη Σουτζούκι ότι ο Πίνκερτον δεν θα γυρίσει ποτέ πια κοντά της. Φαίνεται να αποδέχεται όσα συμβαίνουν, δέχεται να δώσει ακόμα και το γιο τους, αρκεί να τον παραλάβει ο ίδιος ο Πίνκερτον. Η Τσο-Τσο-Σαν ζητά να μείνει μόνη και αποφασίζει να θέσει τέλος στη ζωή της. Σε μία προσπάθεια να αποφευχθεί το κακό, η Σουτζούκι στέλνει κοντά της το παιδί. Εκείνη, αφού το αποχαιρετήσει με σπαρακτικό πόνο, του δένει τα μάτια και αυτοκτονεί λίγο πριν από τον ερχομό του Πίνκερτον.



Μουσική διεύθυνση: Μύρων Μιχαηλίδης
Σκηνοθεσία - Σκηνικά - Κοστούμια: Ούγκο ντε Άνα



ΠΡΕΜΙΕΡΑ 27 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013
27, 28, 30, 31 Ιουλίου 2013

ΩΔΕΙΟ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ - ΝΕΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Ώρα έναρξης: 21.00 


Φωτισμοί: Βινίτσιο Κέλι
Σχεδιασμός Προβολών: Ideogamma SRL - Σέρτζιο Μετάλλι
Κινησιολογία: Λέντα Λογιοντίτσε
Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος



Τσο - Τσο Σαν:Μαρία Λουιτζία Μπόρσι (27, 30/7)
 Τσέλια Κοστέα (28-31/7)
Σουτζούκι Ολέσα Πέτροβα 
Κέιτ Πίνκερτον: Mαρισία Παπαλεξίου
M. Φ. Πίνκερτον: Βάλτερ Φρακκάρο (27, 30/7)
 Λουτσάνο Γκάντσι (28, 31/7) 
Σάρπλες:Δημήτρης Πλατανιάς (27, 30/7) 
 Διονύσης Σούρμπης (28, 31/7) 
Γκόρο: Χαράλαμπος Αλεξανδρόπουλος 
Πρίγκιπας Γιαμαντόρι: Γιώργος Ζωγράφος 
Μπόνζο: Τάσος Αποστόλου 
Γιακουζιντέ: Θεόδωρος Αϊβαλιώτης 
Αυτοκρατορικός Επίτροπος:Παύλος Σαμψάκης 
Ληξίαρχος: Σωτήρης Κολυδάς
Μητέρα της Τσο - Τσο Σαν: Αμαλία Αυλωνίτη  
Θεία: Βάγια Κωφού 
Ξαδέλφη: Φωτεινή Χατζηδάκη
Ντολόρε: θ.α. 


Συμμετέχει η Ορχήστρα και η Χορωδία της ΕΛΣ

Τιμές εισιτηρίων: ΑΝΩ ΔΙΑΖΩΜΑ €25, ΖΩΝΗ Γ΄ €45, ΖΩΝΗ Β΄ €55, ΖΩΝΗ Α΄ €60 
ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΖΩΝΗ Β΄& Γ΄ €100 
ΦΟΙΤΗΤΙΚΟ & ΠΑΙΔΙΚΟ €15