Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Λύγκας, ο «φαντομάς» των ελληνικών βουνών



ΗΤΑΝ Νοέμβριος του 2008, στο Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου. Σε έναν απομονωμένο δασικό δρόμο δύο ερευνητές, ο βιολόγος-ζωολόγος δρ Γιώργος Μερτζάνης και ο συνεργάτης του βιολόγος κ. Χαρίλαος Πυλίδης, απορροφημένοι με την εργασία τους, κατέγραφαν για λογαριασμό του Φορέα Διαχείρισης την πανίδα του Πάρκου. Ξαφνικά αντιλαμβάνονται μια σκιά, σαν «φάντασμα», να πετάγεται μπροστά τους. «Το είδαμε φευγαλέα να περνά μπροστά από τα μάτια μας,για κλάσματα του δευτερολέπτου,και να χάνεται στο πυκνό δάσος.Από την κίνηση του ζώου,την ταχύτητά του και το περίγραμμα του σώματός του πιστεύω ότι ήταν λύγκας» λέει ο επιστημονικός υπεύθυνος της περιβαλλοντικής οργάνωσης «Καλλιστώ» κ. Μερτζάνης, ο οποίος μελετά τη βιολογία των μεγάλων σαρκοφάγων θηλαστικών της χώρας μας. Τα τελευταία χρόνια ελάχιστοι έχουν δει λύγκα στην Ελλάδα. Ή νομίζουν ότι είδαν. Αλλά ακόμη και όταν ο πληθυσμός του είδους ευημερούσε στην περιοχή μας, ήταν σπάνιο να τον συναντήσει κανείς διότι κινείται συνήθως νύχτα, σε πυκνά δάση και αθόρυβα ως αιλουροειδές. Τελικά υπάρχει ακόμη λύγκας στην Ελλάδα ή μήπως δεν έχει απομείνει παρά μόνο το... φάντασμά του; 


Τις δύο τελευταίες δεκαετίες δύο προγράμματα για τον λύγκα στον ελληνικό χώρο - ένα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1991 και ένα από την περιβαλλοντική οργάνωση «Αρκτούρος» το 2003- προσπάθησαν να ακολουθήσουν τα ίχνη του και να ρίξουν λίγο φως στην άγνωστη ζωή του. Ενας από τους ερευνητές που συμμετείχε και στα δύο ερευνητικά προγράμματα, ο ζωολόγος κ. Θεόδωρος Κομηνός, συνέχισε από προσωπικό ενδιαφέρον να συγκεντρώνει ως σήμερα στοιχεία για τον λύγκα στην Ελλάδα. Τα τελευταία 16 χρόνια προσπαθεί να συγκεντρώσει πληροφορίες από μαρτυρίες (πήρε περισσότερες από 1.000 συνεντεύξεις) και παρατηρήσεις κυρίως από τη Βόρεια Πίνδο και τα βουνά της Κεντρικής Μακεδονίας. «Οι πιο αξιόπιστες μαρτυρίες καταγράφηκαν στην περιοχή της Βόρειας Πίνδου.Μάλιστα η επιβεβαιωμένη παρουσία ενός θηλυκού λύγκα με μικρό στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 μας αφήνει πολλές ελπίδες για τη μελλοντική παρουσία του είδους εκεί» αναφέρει ο κ. Κομηνός.


Ζώο νυκτόβιο και μοναχικό, ο λύγκας ήταν σχεδόν πάντα αόρατος για τον πολύ κόσμο. Οι αρχαίοι, πάντως, τον γνώριζαν καλά κι εκείνοι του πρωτοέδωσαν το όνομα λυγξ (ο λυγξ, του λυγκός). είναι το τρίτο μεγαλύτερο αρπακτικό της Ευρώπης, μετά την αρκούδα και τον λύκο. Μεσαίου μεγέθους, με ύψος από 70cm μέχρι και 1,20m και βάρος που δεν ξεπερνά τα 35 κιλά είναι γνωστός για τις αλτικές του ικανότητες. Μοναχικό ζώο, όπως όλα τα αιλουροειδή, τρέφεται με ζαρκάδια, ελάφια, πρόβατα, και άλλα οπληφόρα, αλλά κυρίως μικρότερα ζώα όπως λαγοί, ποντίκια, ακόμα και πτηνά. Γεννάει έως 3 μικρά κάθε χειμώνα και παραμένει μαζί τους μέχρι να ανεξαρτητοποιηθούν, περίπου ένα χρόνο μετά τη γέννηση τους.


Πρόκειται για ένα υπέροχο αιλουροειδές, περίπου διπλάσιο σε μέγεθος από ένα γάτο. Ξεχωρίζει από την πολύ κοντή ουρά του και τις «φούντες» στις άκρες των αυτιών.  Η γούνα του λύγκα είναι πολύ πυκνή, έχει συνήθως στίγματα και το χρώμα της διαφέρει ανά εποχή και είδος, από μπεζ και γκρι μέχρι κοκκινωπή και καφέ, ενώ στο πηγούνι το στήθος και την κοιλιά είναι σχεδόν λευκή. Αν και ανήκει στις Αιλουρίδες, ο λύγκας μπορεί να κολυμπήσει και μάλιστα γρήγορα. Μπορεί επίσης ν' αναρριχάται στα δέντρα και να πηδά ψηλά.Ο λύγκας χαρακτηρίζεται από πολλούς και ως «ζώο φάντασμα», καθώς κυνηγάει τη νύχτα, ενώ την ημέρα παραμένει κρυμμένος στο λαγούμι του.









thulebooks.gr