Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο 1942-44




Τις τελευταίες δεκαετίες η ελληνική ιστοριογραφία αντιμετώπισε τα ζητήματα αυτά μέσα σε ένα τεταμένο ιδεολογικά κλίμα, στη βάση μιας κάθετης και διακριτής πολιτικοστρατιωτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Δεξιά και στην Αριστερά που πολέμησαν ανηλεώς η μία την άλλη τη δεκαετία του 1940.

«Δεν μπορούμε βεβαίως να αναιρέσουμε τις πολιτικές διαιρέσεις, ούτε εκείνες, ούτε τις κληρονομημένες στο σήμερα. Από την πρώτη στιγμή όμως που ήλθα σε επαφή με τα κείμενα της περιόδου - αρχεία, απομνημονεύματα και μια επικουρική χρήση μαρτυριών - είχα την εντύπωση ότι εδώ κάτι άλλο συμβαίνει ή, καλύτερα, ότι εδώ μπορεί να συμβαίνει και κάτι άλλο. Δεν ανακάλυψα την πυρίτιδα. Προσπάθησα να διαβάσω αλλιώς τις διαθέσιμες πηγές βασισμένος στην κοινωνιολογική μου παιδεία. Δεν πρέπει να αδικούμε τους προηγούμενους μελετητές πάντως, δεν έψαχναν αυτό» επισημαίνει.

Ο Τζούκας ακτινογραφεί τον αντιφατικό ΕΔΕΣ του Ναπολέοντος Ζέρβα. Μια αστική, μη κομμουνιστική αντιστασιακή οργάνωση - με καταγωγή από το βενιζελικό στρατόπεδο του Μεσοπολέμου - που υποχρεώθηκε να αναπτύξει τα ένοπλα τμήματά της σε ένα τοπικά αλλά και πολιτισμικά προσδιορισμένο περιβάλλον. Σε περιοχές δηλαδή - πέραν της Αιτωλοακαρνανίας - πρωτίστως της ορεινής Ηπείρου «υπό συνθήκες αδιανόητης κρίσης» για τους εκεί αγροτικούς και κτηνοτροφικούς πληθυσμούς.

Ο ερευνητής επιχειρεί εν προκειμένω να αναδείξει τη σχέση ανάμεσα σε παραδοσιακές (η τοπικότητα, τα συγγενικά δίκτυα, η φυσική ηγεσία των οπλαρχηγών) και νεωτερικές (οι πολιτικές ιδεολογίες, η στρατιωτική οργάνωση) μορφές κοινωνικής οργάνωσης και συνείδησης. Είναι γνωστές, σε επίπεδο πολιτικής ιστορίας, οι σχέσεις του Ζέρβα με το ΕΑΜ, τους Βρετανούς αλλά και τους Γερμανούς. 

Ο Τζούκας βεβαίως δεν αμφισβητεί ότι η εμφύλια διαμάχη της περιόδου είναι ριζωμένη σε μια σοβούσα πολιτική σύγκρουση. Στην παρούσα εργασία τον απασχολούν άλλου είδους ερωτήματα. «Η ανομοιογένεια στο εσωτερικό του ΕΔΕΣ είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για τον ερευνητή σε δύο επίπεδα, τόσο στη βάση της χρονικής φάσης - είναι μια άλλη οργάνωση το 1942, άλλη το 1943 και άλλη το 1944 - όσο και στη βάση της διάκρισης ΕΔΕΣ Αθήνας και ΕΔΕΣ Βουνού. 


Ο Τζούκας ενδιαφέρεται πρωτίστως για τις επί μέρους διαφοροποιήσεις που χαρακτηρίζουν το εδεσίτικο αντάρτικο όπως αυτό συγκροτήθηκε και ανέπτυξε τη δράση του στο βουνό. «Το πρόβλημα του Ζέρβα ήταν ότι η πολιτική οργάνωση του ΕΔΕΣ δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί την αντίστοιχη του ΕΑΜ. Αναγκάστηκε έτσι να υιοθετήσει το οργανωτικό μοντέλο των "οπλαρχηγών" που είχε μακρά παράδοση στον ελλαδικό χώρο». Ο ΕΔΕΣ ωστόσο δεν ήταν μια παραδοσιακή οργάνωση. Σταδιακά, με την ένταξη μεγάλου αριθμού αξιωματικών στο εγχείρημα, άρχισε να διαφαίνεται και η διαφορά μεταξύ των δύο στρατιωτικών συνιστωσών του. «Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με την πολυσύνθετη σχέση μεταξύ ενός φορέα που είναι νεωτερικός, αυτό είναι σαφές, και φαινομένων που έλκουν την καταγωγή τους από το παρελθόν με ξεκάθαρη τοπικοσυγγενική διάσταση. Στο πλαίσιο αυτής της αμφίδρομης σχέσης παίχθηκαν πολλά στοιχήματα που έθεσαν κατά καιρούς σε αμφισβήτηση το ίδιο το αντάρτικο. Ηταν χαρακτηριστική η διαμάχη των ξηροβουνιωτών εδεσιτών με τους εδεσίτες της Λάκκας Σουλίου. Κάποια στιγμή, στα τέλη του καλοκαιριού 1944, κόντεψε να διαλύσει το αντάρτικο λόγω της εμπλοκής μελών από αυτές τις φατρίες σε ζητήματα τιμής».