Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

«Ο Βασιλεύς της Θούλης» (Der König von Thule)



Του Ιωάννη Βόλφγκανγκ Γκαίτε (Johann Wolfgang Goethe)
Συνθέτης μελωδίας: Κάρολος Φρειδερίκος Τσέλτερ (Carl Friedrich Zelter)
Εκτέλεση: Νεανική Χορωδία Βερολίνου (Jugendchor Berlin) υπό τη διεύθυνση του Rolf Lukowsky.

Ο φιλέλληνας ποιητής Ιωάννης Βόλφγκανγκ Γκαίτε το έτος 1774 δημοσιεύει το ποίημά του «Ο Βασιλεύς της Θούλης», το οποίο αργότερα ενσωματώθηκε στην τραγωδία του «Φαύστος» (μέρος Α΄, στίχοι 2759-82) ως εισαγωγή της Μαργαρίτας (Γκρέτχεν). Το έτος 1812 ο Γερμανός ρομαντικός συνθέτης και φίλος του Γκαίτε, Κάρολος Φρειδερίκος Τσέλτερ, έντυσε το ποίημα με τη μελωδία του.

Ενδεικτικά αναφέρονται κάποια αλληγορικά θέματα του ποιήματος:
η αγάπη του ηγέτη για το λαό, την πατρίδα και το αίμα του·
η πίστη του λαού στον ηγέτη του υπερνικά το θάνατο·

Πρωτότυπο κείμενο: 
«Es war ein König in Thule,
Gar treu bis an das Grab,
Dem sterbend seine Buhle
Einen goldnen Becher gab.

Es ging ihm nichts darüber,
Er leert' ihn jeden Schmaus;
Die Augen gingen ihm über,
So oft er trank daraus.

Und als er kam zu sterben,
Zählt' er seine Städt' im Reich,
Gönnt' alles seinen Erben,
Den Becher nicht zugleich.

Er saß bei'm Königsmahle,
Die Ritter um ihn her,
Auf hohem Vätersaale,
Dort auf dem Schloß am Meer.

Dort stand der alte Zecher,
Trank letzte Lebensgluth,
Und warf den heiligen Becher
Hinunter in die Fluth.

Er sah ihn stürzen, trinken
Und sinken tief ins Meer,
Die Augen thäten ihm sinken,
Trank nie einen Tropfen mehr.»


Μετάφραση κειμένου:
«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Βασιλεύς στη Θούλη,
Πιστότατη έως τον τάφο,
Θνήσκουσα η ερωμένη του, σ' αυτόν
έδωκε κύπελλον χρυσούν.

Τίποτε δεν μπορούσε να το υπερνικήσει,
Το άδειαζε σε κάθε φαγοπότι.
Με δάκρυα γέμιζαν οι οφθαλμοί του,
Οσάκις έπινε απ' αυτό.

Κι όταν ελήλυθεν η ώρα του θανάτου του,
Καταμέτρησε τις πόλεις του βασιλείου του,
Τα πάντα στους κληρονόμους απέδωκε,
Όχι όμως και το κύπελλο.

Στο βασιλικό συμπόσιο παρακάθισε,
Περιτριγυρισμένος από τους ιππότες, 
Στην υψηλή αίθουσα των προπατόρων του,
Εκεί στο ανάκτορο παρά θίν΄ αλός. 

Εκεί έστηκε ο γηραιός φιλοπότης,
Ήπιε τη στερνή άψη της ζωής,
Και πέταξε το ιερό κύπελλο,
Κάτω στην πλημμυρίδα.

Το είδε να γκρεμίζεται, να πίνεται,
Και να βυθίζεται βαθιά στη θάλασσα,
Οι οφθαλμοί του έκλεισαν παντοτινά,
Δεν ήπιε πια ούτε σταγόνα.»