Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Κτίζειν, κατοικείν, σκέπτεσθαι



Όσο σκληρό και πικρό, όσο ανασταλτικό και απειλητικό κι αν παραμένει το έλλειμμα σε κατοικίες, η καθαυτό ανάγκη εν σχέσει προς το κατοικείν δεν συνίσταται πρωταρχικά στην έλλειψη κατοικιών [...]είναι επίσης παλαιότερη από τους παγκόσμιους πολέμους και τις καταστροφές, παλαιότερη επίσης από την αύξηση του πληθυσμού της γης και την κατάσταση των βιομηχανικών εργατών [...] συνίσταται στο γεγονός ότι οι θνητοί πρέπει να αναζητούν πάντοτε εξαρχής την ουσία του κατοικείν, στο γεγονός ότι πρέπει πρώτα να μάθουν να κατοικούν.
Τι θα συνέβαινε άραγε αν η ανεστιότητα του ανθρώπου συνίστατο στο γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν σκέπτεται ακόμη την καθαυτό ανάγκη εν σχέσει προς το κατοικείν ως την ανάγκη; Αφ' ης στιγμής όμως ο άνθρωπος σκέφτεται την ανεστιότητα, αυτή δεν συνιστά πλέον άθλια κατάσταση. Aν τη σκεφτούμε ορθώς και τη διαφυλάξουμε καλά στον νου, τότε η ανεστιότητα είναι η μοναδική προσαγόρευση η οποία καλεί τους θνητούς να εισέλθουν στον χώρο του κατοικείν. Πώς αλλιώς όμως μπορούν οι θνητοί να ανταποκριθούν σε αυτή την προσαγόρευση παρά επιχειρώντας από τη δική τους πλευρά να προσάγουν, στηριζόμενοι στον εαυτό τους, το κατοικείν στην πληρότητα της ουσίας του; Το επιτελούν όταν κτίζουν με αφετηρία το κατοικείν και σκέφτονται χάριν του κατοικείν. (Mάρτιν Xάιντεγκερ)

Η διάλεξη "Κτίζειν κατοικείν σκέπτεσθαι" εκφωνήθηκε στις 5 Αυγούστου του 1951 στο πλαίσιο ενός κύκλου συνομιλιών που διεξήχθησαν στην γερμανική πόλη Ντάρμσταντ με κεντρικό θέμα τη σχέση ανθρώπου και χώρου. Το κοινό στο οποίο απευθυνόταν απαρτιζόταν κυρίως από αρχιτέκτονες. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1952 στα πρακτικά των συζητήσεων, ενώ το 1954 περιλήφθηκε στη συλλογή "Διαλέξεις και δοκίμια". (Από την Εισαγωγή της έκδοσης)