Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Ezra Pound - The River-Merchant's Wife: A Letter - Read by Jodie Foster




While my hair was still cut straight across my forehead 

I played about the front gate, pulling flowers.

You came by on bamboo stilts, playing horse, 

You walked about my seat, playing with blue plums.

And we went on living in the village of Chokan:

Two small people, without dislike or suspicion.



At fourteen I married My Lord you.

I never laughed, being bashful.

Lowering my head, I looked at the wall.

Called to, a thousand times, I never looked back.



At fifteen I stopped scowling,

I desired my dust to be mingled with yours

Forever and forever and forever.

Why should I climb the look out?



At sixteen you departed,

You went into far Ku-to-yen, by the river of swirling eddies,

And you have been gone five months.

The monkeys make sorrowful noise overhead.



You dragged your feet when you went out.

By the gate now, the moss is grown, the different mosses,

Too deep to clear them away!

The leaves fall early this autumn, in wind.

The paired butterflies are already yellow with August

Over the grass in the West garden;

They hurt me. I grow older.

If you are coming down through the narrows of the river Kiang,

Please let me know beforehand,

And I will come out to meet you

As far as Cho-fu-Sa.

By Rihaku


Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΑ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ: ΓΡΑΜΜΑ


Τον καιρό που είχα ακόμη τα μαλλιά μου κομμένα ίσια στο μέτωπό μου

έπαιζα κοντά στην αυλόπορτα, τραβώντας λουλούδια.

Περνούσες από δίπλα μου πάνω σε ξυλοπόδαρα από μπαμπού, παίζοντας τ’ άλογο,

ερχόσουν κοντά μου, παίζοντας με γαλάζια δαμάσκηνα.

Κι έτσι ζούσαμε στο χωριό Τσοκάν:

δυο μικροί άνθρωποι, χωρίς αντιπάθεια ή υποψία.



Στα δεκατέσσερα παντρεύτηκα τον Κύριό μου εσένα.

Ποτέ δεν γέλαγα, ήμουν ντροπαλή.

Σκύβοντας το κεφάλι μου, κοίταζα τον τοίχο.

Με φώναζαν , χίλιες φορές, ποτέ δεν γύριζα να δω πίσω.



Στα δεκαπέντε έπαψα να χαμηλώνω τα μάτια,

Παρακαλούσα η στάχτη μου ν’ ανακατωθεί με τη δικιά σου

για πάντα και για πάντα και για πάντα.

Γιατί να σκαρφαλώσω να κοιτάξω έξω;



Στα δεκάξη μίσεψες,

Πήγες στο μακρινό Κου-το-γεν, κοντά στον ποταμό με τις ρουφήχτρες,

και λείπεις τώρα πέντε μήνες.

Οι πίθηκοι θορυβούν θλιμμένα πάνωθε.



Έσουρνες τα πόδια σου όταν έφευγες.

Στην εξώπορτα τώρα, τα βρύα μεγάλωσαν, τα διάφορα βρύα,

πολύ βαθιά για να τα ξεριζώσεις!

Τα φύλλα πέφτουν ενωρίς φέτος το φθινόπωρο, με τον αγέρα.

Οι ζευγαρωμένες πεταλούδες είναι κιόλας κίτρινες απ’ τον Αύγουστο

πάνω απ’ τη χλόη στο Δυτικό κήπο·

μου κάνουνε κακό. Μεγαλώνω.

Αν θα κατέβεις απ’ τα στενά του ποταμού Κιανγκ,

παρακαλώ μήνυσέ μου το από τα πριν,

κι εγώ θα βγω να σε ανταμώσω

μέχρι το Τσο-φου-σα

Του Ριχάκου


Μετάφραση : Ηλίας Κυζηράκος


thulebooks.gr