Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Ο ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ



Στο καινούριο του βιβλίο, ο  Καζούο Ισιγκούρο φλερτάρει με τη «λογοτεχνία του φανταστικού» αξιοποιώντας αρκετά στοιχεία του είδους (κάποιοι μάλιστα έσπευσαν να μιλήσουν για έναν καινούριο Τόλκιν), επιχειρεί μια αλλαγή οπτικής στρεφόμενος σε ένα παμπάλαιο  μυθικό  παρελθόν. Ο «Θαμμένος Γίγαντας» εκτυλίσσεται στη μεσαιωνική Βρετανία της εποχής του βασιλιά Αρθούρου αλλά δεν παύει να επαναφέρει, να αναπτύσσει  και να επεξεργάζεται υπό  διαφορετικό πρίσμα πάγια  θέματα, ανησυχίες και μοτίβα αγαπητά στο συγγραφέα. Πρωταγωνιστεί ένα γηραιό ζευγάρι, ο Αξλ και η Μπέατρις, που αποφασίζει να πραγματοποιήσει ένα μακρύ και αβέβαιο ταξίδι στην ενδοχώρα, προκειμένου να επανασυνδεθεί με έναν εξαφανισμένο γιο, που δεν έχει αφήσει και πολλά ίχνη πίσω του. Στο δρόμο, το ζευγάρι διασταυρώνεται με μια σειρά από περίεργα μυθικά πλάσματα, όπως ξωτικά, στοιχειά και  δράκους  αλλά συγχρόνως  αποκτά φίλους και πολύτιμους συνοδοιπόρους. Ανάμεσα στους φίλους συγκαταλέγεται ο Σάξωνας πολεμιστής Γουίνταν, ο μικρός  Έντουιν, ένα δωδεκάχρονο παιδί δαγκωμένο από δράκο που ο Αξλ και η Μπέατρις παίρνουν αμέσως  υπό την προστασία τους και ο σερ Γκαουέϊν, ένας σπαρταριστός τύπος γηραιού ,ξεπεσμένου ιππότη που, σαν άλλος δον Κιχώτης, τριγυρνά με το γέρικο άλογό του τον Οράτιο και, μολονότι καταπονημένος, δεν παύει να μπλέκεται σε εξωφρενικές περιπέτειες. Οι οδοιπόροι διασχίζουν άγονες εκτάσεις γης, περνούν από εχθρικά χωριά,  στοιχειωμένα κάστρα και καταραμένα μοναστήρια έχοντας να αντιμετωπίσουν απερίγραπτες δυσκολίες και εμπόδια που δυσχεραίνουν το δρόμο και θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή τους.( Το μοναστήρι που περιγράφεται στο «Θαμμένο Γίγαντα»  ενίοτε θυμίζει κάτι από την ατμόσφαιρα που  ανέδιδε το «Όνομα του Ρόδου», αν και τα συμφραζόμενα είναι εδώ διαφορετικά.) Όλα αυτά συμβαίνουν λίγο μετά  το θάνατο του βασιλιά Αρθούρου, όταν  στη χώρα επικρατεί μία επισφαλής ειρήνη μεταξύ Βρετανών και Σαξώνων αλλά ήδη επικρέμαται η απειλή ενός καινούριου  πολέμου ενώ τα ποικίλα τέρατα που παρεπιδημούν στην ύπαιθρο, κάνουν ακόμη περισσότερο εφιαλτική τη ζωή των ανθρώπων.


Κυρίαρχο σύμπτωμα της γενικευμένης  παθογένειας είναι   η θεαματική απώλεια ατομικής  και συλλογικής μνήμης, που εκδηλώνεται πάνω σε μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού προκαλώντας ανάμεικτα αισθήματα. Όχι μόνο  οι πρωταγωνιστές, o Aξλ και η Μπέατρις, αλλά ολόκληρη η κοινότητα υποφέρει από μια γενική αμνησία και ζει σε ένα καθεστώς επιβεβλημένης λήθης, που, όπως μαθαίνουμε, οφείλεται στη βαριά ανάσα της δράκαινας Κουερίγκ. Από τη δράκαινα ξεκινάει αυτή η μολυσματική  λησμονιά, που δεν επιτρέπει την ανάκτηση  της μνήμης , σ’ αυτήν οφείλεται  και η πυκνή ομίχλη που σκεπάζει τον ουρανό. Ζώντας ένα διάλειμμα ειρήνης μετά από αλλεπάλληλους   πολέμους , οι άνθρωποι του «Θαμμένου Γίγαντα» μοιάζουν ωφελημένοι  από την αναγκαστική λήθη, γιατί  έτσι λυτρώνονται  από μίση και διχόνοιες που ειδάλλως θα οδηγούσαν σε νέες συρράξεις. Από την άλλη, η σχεδόν ολική  απουσία μνήμης δεν τους επιτρέπει να έχουν πρόσβαση σ’ένα  συνεκτικό αίσθημα προσωπικής ταυτότητας και συγχρόνως  τους αποστερεί την ιστορική συνείδηση.  Τα ξέφτια από αχνές, αδιευκρίνιστες  αναμνήσεις που διασώζονται μέσα τους και βγαίνουν κατά καιρούς στην επιφάνεια, θολώνουν ακόμη περισσότερο την ήδη αποδιοργανωμένη και ομιχλώδη εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους και τον κόσμο. Η εμπειρία του Ναγκασάκι, γενέτειρας του Ισιγκούρο, σίγουρα έχει διαμορφώσει τον προβληματισμό του πάνω στην ιστορική συνείδηση και τη διαχείριση του «τραύματος» και της ιστορικής μνήμης μέσα από την άρνηση, την αποσιώπηση και την απώθηση.



Απέναντι στη φθορά, την αμνησία και την  παρακμή, ο Αξλ και η Μπέατρις  δεν έχουν να αντιτάξουν παρά μόνο την πιστή και αφοσιωμένη αγάπη που αμοιβαία τους ενώνει ως συζύγους, μαζί με την ευγένεια και τη φυσική καλοσύνη που τους χαρακτηρίζει. Συζυγική αγάπη και βαθιά ανθρωπιά είναι τα φυλαχτά τους και με αυτά θωρακίζονται απέναντι στο παντοειδές κακό που τους περικυκλώνει, χωρίς όμως να κάμπτει το φρόνημά τους. Μολονότι καταβεβλημένοι από το γήρας και την κακουχίες, έχουν αποφασίσει να φτάσουν μαζί μέχρι το τέλος της διαδρομής, όσο επώδυνη κι αν είναι, όσες δοκιμασίες κι αν τους επιφυλάσσει. Οι δυο γηραιοί σύζυγοι διασχίζουν ένα τοπίο  Αποκάλυψης παραπαίοντας αλλά διαρκώς  υποβαστάζοντας ο ένας τον άλλο, κι αυτή είναι η κυρίαρχη  εικόνα που δίνει συνοπτικά το στίγμα  ενός βιβλίου που μοιάζει να γράφτηκε για να υμνήσει τη συζυγική αγάπη. Ο «Θαμμένος Γίγαντας» κινείται συνεχώς ανάμεσα σε δύο πόλους: από τη μια η απογοήτευση που προκαλεί ο υπό κατάρρευση κόσμος, και από την άλλη το ιδιωτικό όραμα των καλών ανθρώπων για μια συλλογική αναγέννηση αλλά και για μια ζωή λυτρωμένη από τον πόνο, τη μοναξιά και το πένθος. 

Οι πρωταγωνιστές πλαισιώνονται από συμμάχους και αντιμάχους, που συμβάλλουν στην προώθηση μιας πλούσιας, καταιγιστικής δράσης. Τα πολύχρωμα νήματα της αφήγησης υφαίνουν συναρπαστικές εικόνες, που δύσκολα ξεχνιούνται.