Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Η ομιλία του Χίτλερ για τη Βαλκανική εκστρατεία (1941)



Der Fuhrer, vor dem Reicshtag: Berlin, 4 Mai 1941 

Συγγραφέας: Adolf Hitler 
Εκδόσεις:Περίπλους/2009 
Σελίδες 137


« Βουλευτές! Μέλη του Γερμανικού Κοινοβουλίου! 

Η Ελλάδα [...] επέδειξε προθυμία να ακολουθήσει τις βρετανικές δελεαστικές προτάσεις, συνδέοντας τη μοίρα της με αυτήν του εντολοδότη του βασιλιά της. Πρέπει όμως για άλλη μία φορά – θεωρώ ότι το οφείλω αυτό στην ιστορική αλήθεια – να πραγματοποιήσω διάκριση μεταξύ του ελληνικού λαού και εκείνης της ολιγάριθμης καταστροφικής ηγεσίας, η οποία εμπνευσμένη από έναν αγγλόδουλο βασιλιά, είχε κατά νου λιγότερο τα πραγματικά καθήκοντα της πολιτικής ηγεσίας στο ελληνικό κράτος απ’ ό,τι την εξυπηρέτηση των σκοπών της βρετανικής πολεμικής πολιτικής, τους οποίους είχε οικειοποιηθεί. Στενοχωρήθηκα ιδιαίτερα για αυτό το γεγονός. 

Ήταν πολύ δύσκολο και πικρό για εμένα, που ως Γερμανός διατηρούσα ήδη από την παιδεία μου στη νεότητά μου, αλλά και αργότερα λόγω της μεταγενέστερης σταδιοδρομίας μου, τον πλέον βαθύ σεβασμό για τον πολιτισμό και την τέχνη αυτής της χώρας, από την οποία ξεπήδησε το πρώτο φως του ανθρώπινου κάλλους και της αξιοπρέπειας, να παρακολουθώ την εξέλιξη αυτή, χωρίς να είμαι σε θέση να κάνω κάτι για αυτό. 

Η Γερμανία δεν είχε διακόψει από την πλευρά της τις διπλωματικές σχέσεις με την Ελλάδα, αφού διατηρούσε μία μικρή ελπίδα ότι θα μπορούσε να συμβάλει με κάποιον τρόπο στην αποσαφήνιση του ζητήματος. Ωστόσο, είχα ήδη τότε επισημάνει σε διεθνές επίπεδο ότι δεν θα παρακολουθούσαμε αμέτοχοι μία επανάληψη του παλαιού σχεδίου του διαδρόμου της Θεσσαλονίκης, όπως συνέβη στον παγκόσμιο πόλεμο. 

Δυστυχώς δεν λήφθηκε σοβαρά η προειδοποίησή μου ότι αν οι Άγγλοι δημιουργούσαν προγεφύρωμα σε κάποιο σημείο της Ευρώπης, ήμασταν αποφασισμένοι να τους πετάξουμε αμέσως στην θάλασσα. Έτσι είδαμε αυτόν τον χειμώνα πώς η Αγγλία άρχισε να δημιουργεί τις βάσεις για μία νέα στρατιά με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Αρχικά διαμόρφωσαν υποτυπώδη αεροδρόμια και τις απαραίτητες εγκαταστάσεις εδάφους, με την πεποίθηση ότι θα πολύ σύντομα θα ολοκλήρωναν τις υποδομές. Τελικά δε κατέφθασε με μεταγωγικά εξοπλισμός για μία στρατιά, η οποία σύμφωνα με τα σχέδια και την άποψη του κ. Τσώρτσιλ, θα ήταν έτοιμη να αφιχθεί στην Ελλάδα έπειτα από μερικές μόνον εβδομάδες. Η εξέλιξη αυτή μας ήταν γνωστή, βουλευτές μου, όπως ήδη ανέφερα. Επί μήνες παρακολουθούσαμε τις ιδιόμορφες αυτές ενέργειες με προσοχή, αν όχι με αυτοσυγκράτηση. Οι ατυχίες του ιταλικού στρατού στην βόρειο Αφρική, οι οποίες οφείλονταν αποκλειστικά σε τεχνικά προβλήματα των αντιαρματικών τους και του εξοπλισμού των τεθωρακισμένων, δημιούργησε στον κ. Τσώρτσιλ την πεποίθηση ότι είχε έλθει η στιγμή να μεταφέρει το μέτωπο του πολέμου από τη Λιβύη στην Ελλάδα. Διέταξε τη μεταφορά των διαθέσιμων τεθωρακισμένων και των μεραρχιών πεζικού που αποτελούνταν κυρίως από Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς και νόμιζε ότι μπορούσε να πραγματοποιήσει το πραξικόπημα εκείνο που θα βύθιζε με ένα χτύπημα τα Βαλκάνια στον πόλεμο. Διέπραξε έτσι ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα από στρατηγικής άποψης σε αυτόν τον πόλεμο. Όταν πλέον δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για την πρόθεση της Αγγλίας να εδραιωθεί στα Βαλκάνια, προχώρησα στα απαραίτητα βήματα, ώστε να προετοιμαστούν σταδιακά και από την γερμανική πλευρά οι δυνάμεις εκείνες που θα επενέβαιναν στην ζωτικής για εμάς σημασίας περιοχή αυτή και που θα ήσαν σε θέση να αντιμετωπίσουν κάθε ενδεχόμενο σχέδιο του Τσώρτσιλ. Πρέπει να αναφέρω σε αυτό το σημείο ότι οι γερμανικές αυτές ενέργειες δεν στρέφονταν κατά της Ελλάδος. 

[…] Θέλησα την ειρήνη, μάρτυς μου ο Θεός. Όταν, όμως, ο κ. Χάλιφαξ διακηρύσσει χλευάζοντας ότι όλα αυτά ήταν γνωστά και ότι αναγκαστήκαμε να πολεμήσουμε, λες και αυτό ήταν κάποια επιτυχία της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής, σε αυτήν την περίπτωση, απέναντι σε μία τέτοια κακία, δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο από το να προφυλάξω τα συμφέροντα του Ράιχ με τα μέσα, που δόξα σοι ο Θεός διαθέτουμε. 

Χάριν όμως της ιστορικής δικαιοσύνης είμαι υποχρεωμένος να διαπιστώσω ότι από τους αντιπάλους, οι οποίοι μας αντιμετώπισαν, ήταν ιδιαίτερα ο Έλληνας στρατιώτης που πολέμησε με παράτολμο θάρρος και ύψιστη περιφρόνηση προς τον θάνατο. Συνθηκολογούσε τότε μόνον, όταν κάθε περαιτέρω αντίσταση ήταν αδύνατη και επομένως μάταιη. 

Είμαι όμως υποχρεωμένος επίσης να μιλήσω πλέον και για τον αντίπαλο εκείνον, ο οποίος υπήρξε η αφορμή και η αιτία αυτής της εκστρατείας. Ως Γερμανός και ως στρατιωτικός το θεωρώ ανάξιο να καθυβρίσω έναν γενναίο αντίπαλο. Θεωρώ όμως αναγκαίο να υπερασπιστώ την αλήθεια εναντίον της κομπορρημοσύνης ενός ανθρώπου, ο οποίος ως στρατιωτικός είναι άθλιος πολιτικός, όπως είναι ως πολιτικός εξίσου άθλιος στρατιωτικός, αναφέρομαι στον κ. Τσώρτσιλ».