Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Η Βασιλεία της Ποσότητας και τα Σημεία των Καιρών



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος
Ποιότητα και ποσότητα
Materia signata quantitate
Μέτρηση και εκδήλωση
Χωρική ποσότητα και ποιοτικός χώρος
Οι ποιοτικοί προσδιορισμοί του χρόνου
Η αρχή της ατομικοποίησης
Η αντίθεση της ομοιομορφίας προς την ενότητα
Τα παλιά επαγγέλματα και η σύγχρονη βιομηχανία
Η διπλή έννοια της ανωνυμίας
Η πλάνη των στατιστικών
Ενότητα και «απλότητα»
Η απέχθεια προς το μυστικό
Τα αξιώματα του ορθολογισμού
Μηχανοκρατία και υλισμός
Η αυταπάτη του «συνήθους βίου»
Ο εκφυλισμός του νομίσματος
Η στερεοποίηση του κόσμου
Η επιστημονική «μυθολογία» και η εκλαΐκευση
Τα όρια της ιστορίας και της γεωγραφίας
Από τη σφαίρα στον κύβο
Ο Κάιν και ο Άβελ
Η σημασία της μεταλλουργίας
Ο χρόνος μεταβαλλόμενος σε χώρο
Προς τη διάλυση
Τα ρήγματα του μεγάλου τείχους
Σαμανισμός και Μαγγανεία
Ψυχικά κατάλοιπα
Τα στάδια της αντιπαραδοσιακής δράσης
Εκτροπή και ανατροπή
Η αντιστροφή των συμβόλων
Παράδοση και παραδοσιολογία
Η νέο-πνευματοκρατία
Η σύγχρονη διαισθησιαρχία
Τα εγκλήματα της ψυχανάλυσης
Η σύγχυση του ψυχικού με το πνευματικό
Η ψευδο-μύηση
Οι αποπλανητικές «προφητείες»
Από την αντι-παράδοση στην αντίστροφη παράδοση
Η μεγάλη παρωδία ή η αντίστροφη της πνευματικότητας
Το τέλος ενός κόσμου

Σάς παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα του βιβλίου:

...Ακριβώς όπως η παραδοσιακή επιστήμη των αριθμών είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τη σύγχρονη αριθμητική, συμπεριλαμβάνοντας στην τελευταία την άλγεβρα καθώς και όλες τις άλλες επεκτάσεις που επιδέχεται, έτσι και η «ιερή γεωμετρία» είναι κατά βάθος εξίσου διαφορετική από την «ακαδημαϊκή» επιστήμη που είναι στις μέρες μας γνωστή με το ίδιο όνομα. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά πάνω σ’ αυτό το θέμα, γιατί εκείνοι που μελέτησαν προηγούμενα έργα μας, και ειδικά τον Συμβολισμό του Σταυρού, γνωρίζουν ότι έχουμε αποκαλύψει αρκετά στοιχεία για την υπό συζήτηση συμβολική γεωμετρία, και θα είναι πλέον ικανοί να καταλάβουν πόσο πολύ κατάλληλη είναι για να παραστήσει πραγματικότητες μιας ανώτερης τάξης, τουλάχιστον στον βαθμό που αυτές οι τελευταίες μπορούν να αποδοθούν αισθητά. Και άλλωστε, κατά βάθος, τα γεωμετρικά σχήματα δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην τη βάση κάθε εικονιστικού ή «γραφικού» συμβολισμού, από τον συμβολισμό των αλφαβητικών και αριθμητικών χαρακτήρων όλων των γλωσσών έως τον πιο πολύπλοκο και φαινομενικά πιο παράδοξο συμβολισμό των μυητικών Γιάντρας; Είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι αυτός ο συμβολισμός επιδέχεται μια απροσδιόριστη πολλαπλότητα εφαρμογών· συγχρόνως, όμως, θα πρέπει να καταλάβουμε καλά ότι μια τέτοια γεωμετρία, απέχοντας πολύ από το να σχετίζεται με την καθαρή ποσότητα, είναι, αντιθέτως, ουσιαστικά «ποιοτική». Το ίδιο ισχύει για την αληθινή επιστήμη των αριθμών, γιατί οι αριθμοί των αρχών- αν και δεν πρέπει να ονομάζονται έτσι παρά μόνο αναλογικά- βρίσκονται, θα λέγαμε, όσον αφορά τον κόσμο μας, στον αντίθετο πόλο από εκείνον που βρίσκονται οι αριθμοί της κοινής αριθμητικής· οι τελευταίοι είναι οι μόνοι που γνωρίζουν οι σύγχρονοι επιστήμονες και αποκλειστικά σ’ αυτούς στρέφουν την προσοχή τους, εκλαμβάνοντας έτσι τη σκιά ως πραγματικότητα, όπως οι φυλακισμένοι στο σπήλαιο του Πλάτωνα.

Στη μελέτη τούτη θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ακόμη πληρέστερα, με μια πιο γενική έννοια, ποια είναι η φύση αυτών των παραδοσιακών επιστημών και ως εκ τούτου ποια άβυσσος τις χωρίζει από τις σύγχρονες επιστήμες, οι οποίες είναι ένα είδος καρικατούρας ή παρωδίας τους. Αυτό θα μας επιτρέψει να συνειδητοποιήσουμε τον βαθμό του εκφυλισμού στον οποίον περιήλθε η ανθρώπινη διανόηση κατά τη μετάβασή της από τις πρώτες στις δεύτερες· θα μας επιτρέψει επίσης να αντιληφθούμε, εξετάζοντας τις αντίστοιχες θέσεις που κατέχουν τα αντικείμενα αυτών των επιστημών, τον τρόπο με τον οποίον αυτή η πτώση ακολουθεί την κατιούσα πορεία του κύκλου που διατρέχει σήμερα η ανθρωπότητα στην οποία ανήκουμε. Εξυπακούεται βέβαια ότι αυτά είναι ζητήματα που δεν μπορεί κανένας να ισχυριστεί ότι τα πραγματεύεται στην εντέλεια, γιατί από τη φύση τους είναι ανεξάντλητα. Αλλά θα προσπαθήσουμε τουλάχιστον να πούμε αρκετά ώστε ο καθένας να βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα σχετικά με τον καθορισμό της «κοσμικής στιγμής» στην οποία αντιστοιχεί η σημερινή περίοδος της ανθρωπότητας. Αν, ωστόσο, έπειτα απ’ όσα θα εκθέσουμε, υπάρχουν ζητήματα που θα εξακολουθούν να παραμένουν σκοτεινά για ορισμένους, ο λόγος θα έγκειται αποκλειστικά στο ότι απέχουν πολύ από τις συνήθεις νοητικές ενασχολήσεις τους και συνεπώς είναι πολύ ξένα προς οτιδήποτε έχει εντυπωθεί στον νου τους από την εκπαίδευση που έλαβαν καθώς και από το περιβάλλον στο οποίο ζουν. Δεν μπορούμε ούτως ή άλλως να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό, γιατί υπάρχουν πράγματα που μόνο συμβολικά αποδίδονται και τα οποία, όπως είναι επόμενο, δεν θα τα κατανοήσουν ποτέ εκείνοι που θεωρούν τον συμβολισμό νεκρό γράμμα. Θυμίζουμε ακόμη ότι ο συμβολικός τρόπος έκφρασης είναι ο απαραίτητος φορέας κάθε μυητικής διδασκαλίας. Εν τούτοις, αφήνοντας κατά μέρος τον σύγχρονο κόσμο, η ακατανοησία του οποίου είναι εμφανής και κατά μια έννοια φυσική, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στα λείψανα της μύησης που διατηρούνται ακόμη στη Δύση για να αντιληφθούμε πως ορισμένοι άνθρωποι, ελλείψει διανοητικής «ποιότητας», μεταχειρίζονται τα σύμβολα που τους δόθηκαν ως υπόβαθρα διαλογισμού. Μπορούμε να είμαστε απόλυτα βέβαιοι πως αυτοί οι άνθρωποι, όποιον τίτλο κι αν περιβληθούν και όσους βαθμούς κι αν λάβουν «δυνάμει», δεν θα μπορέσουν ποτέ να συλλάβουν το βάθος της αληθινής έννοιας και του πιο στοιχειώδους ακόμη τμήματος της μυστηριώδους γεωμετρίας των «Μεγάλων Αρχιτεκτόνων της Ανατολής και της Δύσης»!...

...Εύκολα παρατηρεί κανείς, αρκεί μόνο να έχει «μάτια για να δει», ότι τα αρχαία νομίσματα βρίθουν κυριολεκτικά από παραδοσιακά σύμβολα, μερικά από τα οποία έχουν συχνά ιδιαίτερα βαθιά σημασία. Για παράδειγμα, στα νομίσματα των Κελτών εικονίζονται σύμβολά που είναι αδύνατο να εξηγηθούν αν δεν συσχετισθούν με τις δογματικές γνώσεις που κατείχαν κυρίως οι Δρυΐδες, κάτι που συνεπάγεται ότι οι τελευταίοι επενέβαιναν άμεσα στα νομισματικά ζητήματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ίδιο συνέβαινε και στους άλλους λαούς της αρχαιότητας, ανάλογα φυσικά με τις αντίστοιχες μορφές της παραδοσιακής κοινωνικής τους δομής. Αυτό το γεγονός συνάδει πλήρως με την ανυπαρξία βέβηλης άποψης στους αυστηρά παραδοσιακούς πολιτισμούς: το νόμισμα, όπου υπήρχε, δεν ήταν το βέβηλο πράγμα που κατάντησε αργότερα· διαφορετικά, πως θα μπορούσε να εξηγηθεί η παρέμβαση της πνευματικής εξουσίας στα νομισματικά ζητήματα; Αν το νόμισμα ήταν κάτι βέβηλο, η πνευματική εξουσία δεν θα ενδιαφερόταν καθόλου γι’ αυτό, και τα όσα αναφέρουν οι διάφορες παραδόσεις, ότι ήταν δηλαδή πραγματικά φορτισμένο με «πνευματική επήρεια» η ενέργεια της οποίας μπορούσε να εκδηλωθεί μέσω των συμβόλων που αποτελούσαν το φυσικό της «υποστήριγμα», θα έμεναν κυριολεκτικά ακατάληπτα. Προσθέτουμε ότι ακόμα και σε πολύ πρόσφατους καιρούς μπορούσε κανείς να βρει, σαν τελευταίο ίχνος αυτής της αντίληψης, χαραγμένα πάνω σε νομίσματα θρησκευτικά ρητά, τα οποία βέβαια δεν είχαν καθαρά συμβολικό χαρακτήρα, αλλά ήταν τουλάχιστον ένα είδος ανάμνησης της αρχικής παραδοσιακής ιδέας, που άρχισε έκτοτε να γίνεται λίγο- πολύ ακατανόητη. Έτσι, αφού πρώτα σε ορισμένες χώρες αυτά τα ρητά περιορίστηκαν στο να αναγράφονται μόνο στη «ράχη» των νομισμάτων, στο τέλος εξαφανίστηκαν τελείως, και πράγματι, δεν είχαν κανένα λόγο ύπαρξης από τη στιγμή που το νόμισμα δεν αντιπροσώπευε πια τίποτε άλλο από ένα αντικείμενο αποκλειστικά υλικής και ποσοτικής τάξης...

...Οι αγροτικοί λαοί, ακριβώς επειδή μένουν κάπου μόνιμα, είναι φυσικά εκείνοι που άρχισαν αργά ή γρήγορα να κτίζουν πόλεις· λέγεται δε πως η πρώτη πόλη ιδρύθηκε από τον ίδιο τον Κάιν· περαιτέρω, αυτή η ίδρυση έλαβε χώρα όχι τότε που λέγεται πως ασχολιόταν με γεωργικές εργασίες, αλλά πολύ αργότερα, και αυτό μας δείχνει καθαρά ότι έχουμε εδώ κατά κάποιον τρόπο δύο διαδοχικές φάσεις της «μόνιμης εγκατάστασης», με τη δεύτερη να παριστάνει, σε σχέση με την πρώτη, έναν πιο προχωρημένο βαθμό στερέωσης και χωρικής «συμπίεσης». Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε πως τα έργα των μη-πλανόδιων λαών είναι έργα χρόνου· αυτοί οι άνθρωποι σταθεροποιούνται στον χώρο μέσα σε μια αυστηρά οριοθετημένη περιοχή και αναπτύσσουν τις δραστηριότητες τους σε μια χρονική συνέχεια που τους φαίνεται απεριόριστη. Αντιθέτως, οι νομάδες και οι ποιμένες δεν κατασκευάζουν τίποτε το διαρκές και δεν εργάζονται για ένα άγνωστο σ’ αυτούς μέλλον· αλλά έχουν μπροστά τους τον αχανή χώρο, που τους προσφέρει συνεχώς νέες δυνατότητες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο φανερώνεται η αντιστοιχία των δύο κοσμικών αρχών με τις οποίες σχετίζεται, σ’ ένα άλλο επίπεδο, ο συμβολισμός του Κάιν και του Άβελ, δηλαδή, η αντιστοιχία μεταξύ της αρχής της συστολής, που αντιπροσωπεύεται από τον χρόνο, και της αρχής της διαστολής, που αντιπροσωπεύεται από τον χώρο. Στην πραγματικότητα αυτές οι δύο αρχές εκδηλώνονται συγχρόνως και στον χρόνο και στον χώρο, και είναι απαραίτητο να υπογραμμίσουμε αυτό το σημείο προκειμένου να αποφύγουμε εξαιρετικά «απλοποιημένες» συνταυτίσεις ή εξομοιώσεις, καθώς και για να διαλύσουμε ορισμένες φαινομενικές αντιφάσεις που παρουσιάζονται. Το σίγουρο πάντως είναι ότι η δράση της πρώτης αρχής κυριαρχεί στον χρόνο, ενώ η δράση της δεύτερης στον χώρο. Άρα ο χρόνος φθείρει τον χώρο, επιβεβαιώνοντας έτσι τον ρόλο του ως «πανδαμάτορος». Κατ’ ακολουθία, με την πάροδο των αιώνων οι μόνιμα εγκατεστημένοι απορροφούν σταδιακά τους νομάδες· αυτό, όπως υποδείξαμε πιο πάν, αποκαλύπτει την κοινωνική και ιστορική σημασία του φόνου του Άβελ από τον Κάιν...

...Αυτή η παρατήρηση συνάδει άλλωστε με μια ιδιαιτερότητα που απαντάται στην Εβραϊκή παράδοση: από τότε που η χρήση της πέτρας έγινε επιτρεπτή σε ορισμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στην ανέγερση βωμών, υπήρχε ρητή εντολή οι πέτρες που θα χρησιμοποιούνται να είναι «ακέραιες» και «ανέγγιχτες από σίδηρο». Κρίνοντας από τη δομή αυτού του χωρίου, η βαρύτητα δίνεται όχι τόσο στην εντολή να είναι οι πέτρες αδούλευτες, όσο στο να μην χρησιμοποιούνται μέταλλα κατά την κατεργασία τους. Η απαγόρευση της χρήσης μετάλλων ήταν λοιπόν πιο αυστηρή, προπάντων για όσα αντικείμενα προοριζόντουσαν να χρησιμοποιηθούν σε ειδικές τελετουργίες. Ίχνη αυτής της απαγόρευσης παρέμειναν ακόμη κι όταν ο Ισραήλ έπαψε να είναι νομαδικός λαός και έκτισε, ή ζήτησε από ξένους τεχνίτες να του κτίσουν, σταθερά οικοδομήματα: κατά την ανέγερση του Ναού της Ιερουσαλήμ, «ο οίκος ?κοδομήθη με λίθους προητοιμασμένους πριν μετακομισθώσιν εκεί· ώστε ούτε σφύρα ούτε πέλεκυς ουδέν σιδηρούν εργαλείον δεν ηκούσθη εν τω οίκ?, ενώ ?κοδομείτο». Ωστόσο το γεγονός αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση και θα μπορούσε κανείς να βρει, με αυτήν την έννοια, πλήθος παρεμφερών υποδείξεων σε άλλους λαούς: για παράδειγμα, σε πολλές χώρες υπήρχε και υπάρχει εν μέρει ακόμη ένα είδος αποκλεισμού από την κοινότητα, ή τουλάχιστον μια «περιθωριοποίηση», των μεταλλουργών. και ιδιαιτέρως των σιδηρουργών, το επάγγελμα των οποίων συνδεόταν συχνά με την πρακτική ενός κατώτερου και επικίνδυνου είδους μαγείας η οποία εκφυλίστηκε συν τω χρόνω, στις περισσότερες των περιπτώσεων, σε απλή και καθαρή μαγγανεία. Εν τούτοις, από την άλλη πλευρά, σε ορισμένες παραδοσιακές κοινωνικές δομές η μεταλλουργία έχαιρε ιδιαιτέρου σεβασμού και μάλιστα χρησίμευε ως βάση των πιο σημαντικών μυητικών οργανισμών· αναφέρουμε απλώς τα Καβείρια Μυστήρια χωρίς να επεκταθούμε περισσότερο σε αυτό το ιδιαίτερα πολύπλοκο ζήτημα, γιατί μια λεπτομερειακή εξέταση του θα μας παρέσυρε πολύ μακριά· αυτό που χρειάζεται να ειπωθεί για την ώρα είναι πως η μεταλλουργία έχει συγχρόνως μια «ιερή» και μια «αποτρόπαια» όψη και πως κατά βάθος οι δύο όψεις της απορρέουν από τον διπλό συμβολισμό που εμπεριέχεται στα ίδια τα μέταλλα.

Για να το καταλάβουμε αυτό χρειάζεται πριν απ’ όλα να θυμηθούμε ότι τα μέταλλα, λόγω των αστρικών αντιστοιχιών τους, είναι κατά κάποιον τρόπο οι «πλανήτες του κατώτερου κόσμου». Κατά φυσική συνέπεια πρέπει να έχουν, όπως και οι πλανήτες, τις επιδράσεις των οποίων δέχονται και συμπυκνώνουν μέσα στο γήινο περιβάλλον, μια όψη «αγαθοποιό» και μια όψη «κακοποιό». Επιπλέον, εφόσον γενικά πρόκειται για μια κατώτερη αντανάκλαση, καθαρά αντίστοιχη της θέσης των μεταλλωρυχείων στα έγκατα της γης, η «κακοποιός» όψη μπορεί εύκολα να επικρατήσει· δεν πρέπει δε να ξεχνάμε ότι από την παραδοσιακή σκοπιά τα μέταλλα και η μεταλλουργία σχετίζονται άμεσα με το «υπόγειο πυρ», το οποίο συνδέεται από πολλές απόψεις με τον «υποχθόνιο κόσμο». Εξυπακούεται ότι αν οι επιδράσεις των μετάλλων εκληφθούν με την «Αγαθοποιό» τους όψη και χρησιμοποιηθούν με έναν τρόπο αληθινά «ιερουργικό», «μετουσιώνονται» και «υπερυψούνται»· στην περίπτωση αυτή μπορούν κάλλιστα να γίνουν πνευματικό «υπόβαθρο», γιατί ό,τι βρίσκεται στο κατώτατο επίπεδο αντιστοιχεί, δυνάμει του νόμου της αντίστροφής αναλογίας, σε ό,τι βρίσκεται στο ανώτατο επίπεδο· εδώ βασίζεται το σύνολο του ορυκτού συμβολισμού της αλχημείας, καθώς και οι αρχαίες μυήσεις των Καβείρων. Αντιθέτως, όταν τα μέταλλα χρησιμοποιούνται μ’ έναν καθαρά βέβηλο τρόπο, και εφόσον αυτή η βέβηλη χρήση επιφέρει κατ’ ανάγκην τη διακοπή κάθε επικοινωνίας με τις ανώτερες αρχές, δεν απομένει στην πράξη παρά ή «κακοποιός» όψη των αντίστοιχων επιδράσεων, η οποία θα επηρεάζει ολοένα και περισσότερο καθόσον θα απομονώνεται από ό,τι θα ήταν σε θέση να την περιορίσει ή να την αντισταθμίσει· μια τέτοια αποκλειστικά βέβηλη χρήση των μετάλλων παρατηρούμε ότι συμβαίνει σήμερα σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο...

Το βιβλίο ''Η Βασιλεία της Ποσότητας και τα Σημεία των Καιρών'' μπορείτε να το βρείτε εδώ