Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2018

Η εκδίκηση των ανέμων


Κει που ξεχύνεται η αύρα του ωκεανού
εκεί θα σβήσει η πνοή μου


Α​​​​φού έπιναν τελετουργικά την τελευταία κούπα σάκε και αποχαιρετούσαν τους συντρόφους, οι καμικάζι* απογειώνονταν και κατευθύνονταν στο όρος Κάιμον, το νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ιαπωνίας. Σαν ύστατο χαιρετισμό προς την πατρίδα, προσεύχονταν σ’ αυτό και το έραιναν λουλούδια, χαράζοντας ύστερα πορεία νοτιοδυτική για να συναντήσουν τους στόχους τους. 

Άγαλμα πιλότου καμικάζι στο Πολεμικό μουσείο Yushukan, στο ιερό μνημείο των πεσόντων Yasukuni, στο Τόκιο

Τι ήταν άραγε εκείνο που οδήγησε τους σχεδόν έφηβους πιλότους της Ιαπωνίας να καταταγούν μαζικά στις τάξεις των καμικάζι; Στη βάση αυτής της στάσης βρίσκεται η κοινωνική κατήχηση του Σίντο, δηλαδή η προσήλωση στο καθήκον, ο σεβασμός των νόμων και των κανόνων χωρίς να αναγνωρίζεται στο άτομο το δικαίωμα να τους κρίνει και να τους παραβαίνει, ο σχολαστικός σεβασμός της ιεραρχίας και ο πατριωτισμός. Βρίσκεται ακόμα το Μπουσίντο, ο λεπτοδουλεμένος κώδικας τιμής των σαμουράι που διδάσκει την τόλμη, την καρτερία, την αυτοθυσία, την εντιμότητα, την δικαιοσύνη, την ευγένεια. Αλλά και η βαθιά ενσυνείδηση, η υπερβατική θεώρηση της ύπαρξης που χαρίζει στον άνθρωπο το Ζεν, με το οποίο είναι ακόμα και σήμερα μπολιασμένο μεγάλο μέρος της εκπαίδευσης και της πνευματικής ζωής της χώρας.


Οι Ιάπωνες, ως έθνος και πολιτισμός, διακρίνονται για τις αυστηρές παραδόσεις, την απόλυτη αφοσίωση στο καθήκον, την τήρηση του κώδικα τιμής των σαμουράι με κάθε θυσία, αλλά και την καλλιτεχνική τους έκφραση γεμάτη ευαισθησία, ποιητικές εικόνες και τρυφερότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το εθνικό λουλούδι-σύμβολο της Ιαπωνίας είναι το άνθος της κερασιάς (sakura), λουλούδι συνδεδεμένο με τους σαμουράι επειδή ζει λίγο και συμβολίζει τη θνητότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.


Η επίλεκτη μονάδα των καμικάζι ήταν χωρισμένη σε τέσσερις υποομάδες που, διόλου τυχαία, είχαν ονομασίες δανεισμένες από ένα πατριωτικό ποίημα του στοχαστή Μοτοόρι Νορινάγκα (1730 – 1801): «Το πνεύμα της Ιαπωνίας είναι σαν τα ανθάκια της κερασιάς που στραφταλίζουν στον πρωινό ήλιο». Ήταν λοιπόν οι μονάδες Shikishima (ποιητική ονομασία της Ιαπωνίας), Yamato (το πνεύμα της παλιάς Ιαπωνίας), Asahi (ο ανατέλλων ήλιος) και Yamazakura (το λουλούδι της κερασιάς).


Τη θρυλική παράδοση των παλαιών σαμουράι να αποχαιρετούν τον κόσμο των ζωντανών γράφοντας ένα ποίημα προτού αυτοκτονήσουν τελετουργικά διατήρησαν με ευλάβεια οι πιλότοι που υπηρέτησαν στις ξακουστές μονάδες αυτοκτονίας Τοκοτάι τους τελευταίους μήνες της Μεγάλης Σύρραξης. 

Πένθιμα χαϊκού που όμως αποθεώνουν τη ζωή. «Αν τώρα δείλιαζα, εκείνη δε θα μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά της./ Οπως και να ’χει θα πεθάνω – είναι το έσχατο μυστήριο αυτό. Ρουφάω το μπουμπούκι των χειλιών της πάλι και πάλι – ετούτο το φιλί τέλειωσε πια».

Τα ποιήματα είναι απλά αλλά άρτια, με νοήματα άλλοτε πιο ξεκάθαρα, άλλοτε πιο συμβολικά, αλλά γραμμένα με ειλικρίνεια και, δεδομένης της φόρτισης και της έντασης της συγκεκριμένης περίστασης, με αξιοθαύμαστη καθαρότητα σκέψης.

«Δε μου απομένουν παρά ελάχιστες στιγμές/ αλλά μπορώ ακόμη τη σελήνη στον ουρανό της μέρας ν’ αγναντεύω».

Ο Yukio Araki πέθανε στα 17 του σε μία αποστολή αυτοκτονίας σε αμερικάνικο αεροπλανοφόρο στις 27 Μαίου του 1945. Στη φωτογραφία διακρίνεται ο Araki να κρατάει ένα κουταβάκι μαζί με τέσσερις άλλους συμπολεμιστές του

Ο στρατιώτης καμικάζι που σε λίγες μέρες, ώρες ή και λεπτά είναι προδιαγεγραμμένο ότι θα πέσει πάνω στο πλοίο του εχθρού, θυσιάζοντας τον εαυτό του για την πατρίδα του με τον πιο τραγικό τρόπο, δεν διστάζει να εκφράσει μέσα σε λίγους στίχους όσες σκέψεις προλαβαίνει να κάνει, όποια ανησυχία μπορεί να έχει εκείνη τη στιγμή – τον έρωτά του για κάποια κοπέλα που δεν θα ξαναδεί «Ό, τι θυμάμαι, το μεταξένιο δέρμα,/ τα μάγουλά της, τα γόνατά της), την αγωνία του για τη στιγμή που θα πάψει να υπάρχει «Μα τι σου έφταιξα λοιπόν;/ Κει που ξεχύνεται η αύρα του ωκεανού/ εκεί θα σβήσει η πνοή μου;», την ψύχραιμη αποδοχή του πεπρωμένου του «Σαν έρθει η ώρα εκείνη, θα σκιαχτώ./ Ψεύτης δεν είμαι./ Είμαι γενναίος».


Μικρά αριστουργήματα που γράφτηκαν ώρες ή ακόμα και λεπτά πριν η σάρκα συντριβεί μαζί με το μέταλλο σε μια πράξη υπέρτατης αυτοθυσίας.  «Φόβος για να με σταματήσει δεν υπάρχει/ Θυμός για να με σταματήσει δεν υπάρχει/ Αγάπη για να με σταματήσει δεν υπάρχει/ Θάνατος δεν υπάρχει».

Μαζί τους, στο νησί με τα πολλά ηφαίστεια, τα βουνά που συναντούμε στα ποιήματά τους, ζούσε η Τόμε-σαν, μια κοπέλα που κρατούσε ένα ταβερνείο-καφενείο πλάι στη σχολή τους, ήταν η εξομολογήτρια και η παρηγορήτρα τους και τους ξεπροβόδιζε στην τελευταία τους πτήση (συνομιλία με τον γάλλο δημοσιογράφο Φιλίπ Πονς, για την εφημερίδα «Λε Μοντ» το 2007. Ένας από αυτούς, της χάρισε φεύγοντας τα νιάτα του και αυτός είναι ο λόγος που έζησε τόσο πολύ έλεγε η Τόμε-σαν· ένας άλλος της είπε ότι θα επιστρέψει ως λαμπυρίδα...

Διαβάζοντάς τα κανείς τώρα, έχοντας γνώση του ιστορικού πλαισίου αλλά και των συνθηκών μέσα στις οποίες γράφτηκαν, δεν μπορεί παρά να νιώσει τη συναισθηματική και συγκινησιακή φόρτιση της στιγμής. 


Οι λίγοι στίχοι τους που μεταφράζονται από τον Δημήτρη Χουλιαράκη στο βιβλίο Η εκδίκηση των ανέμων και είναι επιλεγμένοι από το: Jodiann Stevenson, An Excerpt from Kamikaze Death Poetry, SPECS journal of arts and culture, Vol. 2, Article 54 (2009). 


*Καμικάζε (Ιαπωνικά: 神風) ή εσφαλμένα Καμικάζι (Αγγλικά: kamikaze) είναι ιαπωνική σύνθετη λέξη με δύο ιδεογράμματα, με κυριολεκτική σημασία Θείος Άνεμος.

Πηγές:
(1)
(2)
(3)
thulebooks,gr