Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗ ΡΩΣΣΙΑ


Η εκστρατεία στην Ουκρανία




 Ελευθέριος Βενιζέλος, με προτροπή των Γάλλων, αποστέλλει χιλιάδες έλληνες στρατιώτες στη μεσημβρινή Ρωσία (σημερινή Ουκρανία) στις αρχές του 1919, για να καταπνίξουν την επανάσταση των Μπολσεβίκων.
 
Την περίοδο εκείνη, στη Ρωσία μαινόταν ο Εμφύλιος Πόλεμος. Οι Μπολσεβίκοι είχαν υπό την κυριαρχία τους τις μεγάλες πόλεις (Πετρούπολη, Μόσχα κλπ), αλλά στην ύπαιθρο συναντούσαν ισχυρή αντίσταση από τις τσαρικές και εν γένει αντικομμουνιστικές δυνάμεις. Οι μεγάλες χώρες της Δύσης βρήκαν τότε την ευκαιρία να επέμβουν στο πλευρό των αντεπαναστατών, έχοντας ξεμπερδέψει από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.


Στην περιοχή της Ουκρανίας, που μας αφορά, η κατάσταση ήταν αρκετά περίπλοκη. Ουκρανοί εθνικιστές, οπαδοί του Τσάρου, τοπικοί οπλαρχηγοί, στρατηγοί και πρίγκιπες με προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες, ένοπλες οργανώσεις, πολιτικοί και στρατιωτικοί σχηματισμοί των Μπολσεβίκων δημιουργούσαν μια κατάσταση γενικευμένης σύγχυσης. Μέτωπο δεν υπήρχε, ούτε κανείς γνώριζε ποιος είναι ακριβώς ο εχθρός.

Οι γαλλικές δυνάμεις ήταν παρούσες στην περιοχή από τις 5 δεκεμβρίου του 1918. Ο γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσώ ζήτησε από τον ομόλογό του Ελευθέριο Βενιζέλο τη συμμετοχή ελληνικών δυνάμεων στις επιχειρήσεις, με αντάλλαγμα την ευμενή στάση της χώρας του υπέρ των εθνικών διεκδικήσεων σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Ο Βενιζέλος ζύγισε την κατάσταση, καθώς στις περιοχές αυτές υπήρχε ισχυρή ελληνική παρουσία και προβλέψιμος ο κίνδυνος αντεκδικήσεων από τους Μπολσεβίκους, και απάντησε θετικά στο αίτημα του Κλεμανσώ.




Την αποστολή θα έφερνε σε πέρας το Α' Σώμα Στρατού υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου Κωνσταντίνου Νίδερ, που μόλις είχε ολοκληρώσει την αποστολή αποκατάστασης της ελληνικής κυριαρχίας στην Ανατολική Μακεδονία. Η μεταφορά των ελληνικών δυνάμεων (2η και 13η Μεραρχία) άρχισε στις 2 ιανουαρίου 1919, ενώ η 1η Μεραρχία παρέμεινε στην Καβάλα αναμένοντας διαταγές.
 Οι πρώτοι έλληνες στρατιώτες άρχισαν να αποβιβάζονται στην Οδησσό στις 7 ιανουαρίου και στο επόμενο διάστημα το εκστρατευτικό σώμα αριθμούσαν 23.551 άνδρες. Ανάμεσα στους διοικητές των μονάδων γνωστοί στρατιωτικοί με σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας αργότερα, όπως ο συνταγματάρχης Αλέξανδρος Οθωναίος (επιτελάρχης του Α' Σώματος Στρατού) και οι αντισυνταγματάρχες Γεώργιος Κονδύλης (διοικητής του 3ου Συντάγματος Πεζικού) και Νικόλαος Πλαστηρας (διοικητής του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων).


Οι ελληνικές δυνάμεις τέθηκαν αμέσως υπό τη διοίκηση της Α' Συμμαχικής ομάδας μεραρχιών, δυνάμεως 70.000 ανδρών, την οποία διοικούσε ο γάλλος στρατηγός Ντ' Ανσέλμ. Οι Έλληνες ήταν το πιο αξιόμαχο τμήμα της συμμαχικής δύναμης, καθώς οι γάλλοι στρατιώτες ήταν εμφανώς καταπονημένοι από την περιπέτεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και πολλοί από αυτούς έβλεπαν με συμπάθεια το κομμουνιστικό καθεστώς του Λένιν. Κλήθηκαν, όμως, να συμμετάσχουν σ' έναν πόλεμο σκοπιμότητας, «αδικαιολόγητο και πρόχειρα προετοιμασμένο», σύμφωνα με μεγάλη μερίδα ιστορικών.




Εναντίον του συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος, οι Σοβιετικοί διέθεσαν τρεις στρατιές, με δύναμη 217.000 ανδρών. Ο στρατός αυτός, αφού συνέτριψε το ουκρανικό αυτονομιστικό κίνημα τον Ιανουάριο του 1919, στράφηκε στη συνέχεια κατά των Συμμάχων στην Οδησσό και την Κριμαία. Με τη συντριπτική του υπεροχή τους ανάγκασε σε μάχες οπισθοφυλακών, στις οποίες οι ελληνικές δυνάμεις διακρίθηκαν για την αυταπάρνηση και την πειθαρχία τους.



Η πρώτη μάχη με την εμπλοκή ελληνικών δυνάμεων δόθηκε στις 25 φεβρουαρίου, όταν το 1ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον αντισυνταγματάρχη Νικόλαο Ρόκα, απελευθέρωσε τη φρουρά της Χερσώνας, την οποία πολιορκούσε ο Κόκκινος Στρατός. Στη συνέχεια, οι έλληνες στρατιώτες έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες, έως τις 20 μάρτιου 1919, όταν έπειτα από απόφαση των συμμάχων δόθηκε εντολή για το τέλος της εκστρατείας και την εκκένωση της Οδησσού.



Οι ελληνικές μονάδες υποχώρησαν με υποδειγματική τάξη και παρατάχθηκαν στη δυτική όχθη του ποταμού Δνείστερου για να υπερασπίσουν την περιοχή της Βεσσαραβίας (σημερινή Μολδαβία) από τις επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού. Στην περιοχή της Κριμαίας παρέμεινε έως τις 14 απριλίου 1919 το 2ο Σύνταγμα Πεζικού, όπου αντιμετώπισε αλλεπάλληλες επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού και κατέστειλε την εξέγερση των εργατών της Σεβαστούπολης, ενισχυμένους με γάλλους ναύτες, οι οποίοι είχαν στασιάσει. Τον Ιούνιο του 1919 το Α' Σώμα Στρατού προωθήθηκε στη Σμύρνη, όπου ο ελληνικός στρατός επιχειρούσε από τον Μάιο. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στη μεσημβρινή Ρωσία ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες.

Η επιλογή του Ελευθέριου Βενιζέλου για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας δεν δικαιώθηκε από τα πράγματα. Οι εθνικές διεκδικήσεις σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία δεν ευοδώθηκαν, αφού μεσολάβησε η Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ κόστισε βαρύτατα στις ελληνικές κοινότητες της νότιας Ρωσίας, που θεωρήθηκαν αμφίβολης νομιμοφροσύνης από τις σοβιετικές αρχές και πολλά μέλη της αναγκάσθηκαν να καταφύγουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα.




Η Εκστρατεία στην Ουκρανία (Κριμαία)



Α΄ εξάμηνο 1919


Του Νικολάου Κολόμβα


Άντγου ε. α .- Επίτιμου Δ/κτού Γ. Σ. Στρατού-Πτυχ. Νομικής Α.Π.Θ.


Περί τα τέλη του 1918, μετά το πέρας του Α ΄Π Π, οι Αγγλογάλλοι αποφάσισαν την εκτέλεση εκστρατείας στην Ουκρανία, προκειμένου να υποστηρίξουν τους εκεί μαχομένους εναντίον των Μπολσεβίκων αντιπάλους τους (Ντένικιν κ.α.) . Παράλληλα η εκστρατεία αυτή αποσκοπούσε, αφενός, στην τιμωρία, τρόπον τινά, των Μπολσεβίκων, που μετά την επικράτησή τους είχαν αποσκιρτήσει από την Αντάντ και είχαν διακόψει τις επιχειρήσεις στο Ανατολικό Μέτωπο, και, αφετέρου, στην εξασφάλιση της αποπληρωμής των δανείων που είχε συνάψει η Τσαρική Ρωσία με τους Γάλλους και τα οποία δεν αναγνώριζαν πλέον οι Μπολσεβίκοι .

Η όλη επιχείρηση είχε σχεδιασθεί με ασύγγνωστη επιπολαιότητα , ως να επρόκειτο περί «στρατιωτικού περιπάτου», και είχε βασισθεί κυρίως σε αναξιόπιστες πληροφορίες ονειροπόλων Ρώσων «εμιγκρέδων. Για τις χερσαίες επιχειρήσεις, ενδεικτικά, οι ίδιοι οι Γάλλοι διέθεσαν κατά βάση αποικιακές δυνάμεις, εμφανώς ταλαιπωρημένες από τις πολεμικές κακουχίες, μειωμένης συνθέσεως και αρκετά χαμηλού ηθικού.

Στο πλαίσιο αυτής της εκστρατείας, η τότε κυβέρνηση (Ελευθέριος Βενιζέλος), οιστρηλατούμενη, όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες, απ’το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, προκειμένου αργότερα να επιτύχει την παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης και να αποσπάσει την εντολή για την αποβίβαση στρατού στην Μικρά Ασία (Σμύρνη), έσπευσε έναντι αορίστων και προφορικών υποσχέσεων των συμμάχων να συμμετάσχει ( Α΄Σ Στρατού με τις ΙΙ και ΧΙΙΙ Μεραρχίες) με σύνολο 23,351 ανδρών.

Οι Σχηματισμοί μας μεταφέρθηκαν εντός διμήνου σταδιακά και σε αραιά χρονικά διαστήματα κατά Μονάδες – και το πρωτάκουστο χωρίς το οργανικό Πεδινό Πυροβολικό και τα απαραίτητα μέσα Διοικητικής Μερίμνης. Και ως εκ τούτου δεν έδρασαν ως αμιγώς Μεγάλες Μονάδες, αλλά κατά ανεξάρτητα κλιμάκια, κυρίως Συνταγμάτων, και ενίοτε υπό τις διαταγές νεοτέρων κατά βαθμό Γάλλων Αξιωματικών

Ας σημειωθεί ακόμα, ότι αρκετές μονάδες είχαν μεταφερθεί χωρίς να παραλάβουν τα μεταφορικά τους μέσα (ημίονοι), τα πολυβόλα τους, ή και τα απαραίτητα παρελκόμενά τους (τρίποδες κ.α.), και επί πλέον δίχως τους ίππους των στελεχών, οι οποίοι τότε θεωρούνταν αναγκαίο μέσον ενασκήσεως της διοικήσεως στο πεδίον της μάχης (Βλ .Π Δέλτα, Νικόλαος Πλαστήρας, Αθήνα 1979).


Σε δύο μήνες εχθροπραξιών είχαμε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες, ήτοι σε αναλογία περίπου 1:1,7 αντί της κατά κανόνα 1:3 ή 1:4 . Tούτο δε οφείλετο στο γεγονός, ότι, τόσο οι αιχμάλωτοι, όσο και οι τραυματίες, που έπεφταν στα χέρια των Μπολσεβίκων κατακρεουργούνταν ! (Πλαστήρας, Μανέτας κ.α.) .

Πάντως, παρά τις εξαιρετικά αντίξοες από πάσης πλευράς συνθήκες και την σύμφωνα με τον Κ. Μανέτα, «ασυνειδησία και βρωμιά της γαλλικής διοικήσεως», οι ελληνικές μονάδες κατέβαλαν υπεράνθρωπες ηρωικές προσπάθειες και τελικά απέσπασαν τον θαυμασμό φίλων και εχθρών .

Ωστόσο, καταλήγοντας, ειλικρινά θλίβομαι βαθύτατα όταν διαβάζω απομνημονεύματα λαμπρών πολεμιστών και γενικώς μεγάλων ανδρών (Ν. Πλαστήρα. Κ Μανέτας κ.α.) εκείνης της εποχής και βλέπω ότι στα κείμενά τους, γραμμένα «εν ψυχρώ » μετά από 15ετία, αναλίσκονται μόνο στη στεγνή περιγραφή των πολεμικών γεγονότων και δεν στηλιτεύουν την απίστευτη προχειρότητα της τότε συμμετοχής μας. Ενώ παραλείπουν, προφανώς όχι ανεπιγνώστως, να σημειώσουν, ότι, ως απόρροια της ασύνετης εμπλοκής μας, οι Μπολσεβίκοι εκδικούμενοι, αφενός, ξεκλήρισαν τον πανάρχαιο Ελληνισμό της Κριμαίας, κα,ι αφετέρου, άρχισαν έκτοτε να ενισχύουν παντοιοτρόπως και αφειδώς τον Κεμάλ Ατατούρκ.


Η επίκληση της εθνικής σκοπιμότητας δεν θα πρέπει να δικαιολογεί την πολιτικοστρατιωτική προχειρότητα, για την οποία ποτέ δεν ζητήθηκαν ευθύνες


πηγή: http://mathainoumeellinikiistoria.blogspot.com/2010/11/1919.html

Προτεινόμενα βιβλία:

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗ ΡΩΣΣΙΑ


Η Ελλάς ακολουθώντας τις αποφάσεις των Συμμάχων μετά την νίκη τους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και πριν ακόμα υπογραφούν οι συνθήκες ειρήνης έστειλε τον Ιανουάριο του 1919 ένα σώμα στρατού για να συμβάλει στην καταπολέμηση μαζί με τους Συμμάχους της Οκτωβριανής Κομμουνιστικής Επανάστασης. Ο συγγραφέας ιεροκήρυκας του 34ου Συντάγματος, το οποίο έλαβε μέρος στην εκστρατεία, περιγράφει με συγκλονιστικές λεπτομέρειες τις εμπειρίες του από εκείνη την περίοδο.