Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Ο Γώγος Μπακόλας και η φλόγα του ΄21 στην Ήπειρο και τη Δυτική Στερεά Ελλάδα


Συγγραφέας: Νικόλαος Ντασκαγιάννης
Εκδόσεις: Άπειρος χώρα

Ο Γώγος Μπακόλας γεννήθηκε το 1751 στη Σκουληκαριά Άρτας και ήταν θείος του Καραϊσκάκη από τη μητέρα του. Το ‘21 ήταν εβδομηντάρης περίπου. Ήταν σεβαστός από όλους για τη φρονιμάδα, την παλικαριά του αλλά και εμπειρία της ηλικίας του. Στην πολιορκία και είσοδο στην Άρτα το φθινόπωρο του 1821 πήγαινε μπροστά από όλους.
Κλεφταρματολός του Ραδοβυζίου και του Βάλτου για πολλά χρόνια υπό τον Γιαννάκη Κοντογιάννη, ορίζεται αρματολός Ραδοβυζίου και Τζουμέρκων επίσημα από το 1805. Μαθαίνει από τους πρώτους τα μυστικά της Φιλικής Εταιρίας και την άνοιξη του ‘21 πρωτοστατεί στην επανάσταση της περιοχής, που ξεκίνησε το Μάη με τη συγκέντρωση των οπλαρχηγών της Άρτας και του Βάλτου στο Βουργαρέλι. Διευθύνει με μαεστρία τα ένοπλα σώματα και πρωτοστατεί στις μάχες του Μακρυνόρους, του Πέτα, της Πλάκας των Τζουμέρκων και ιδιαίτερα του Σταυρού Θεοδωριάνων. Ανακόπτει την προσπάθεια εισβολής των Τούρκων στη δυτική Ελλάδα και η επανάσταση εδραιώνεται σε Δυτική Στερεά και Πελοπόννησο.
Το Φεβρουάριο του 1822 η γερουσία Δυτικής Ελλάδας τον ονομάζει χιλίαρχο. Τον Ιούνιο του 1822 γίνεται η εκστρατεία του Μαυροκορδάτου προς την Ήπειρο για
βοήθεια του Σουλίου και κατάληψη της Άρτας...

Ο Μακρυγιάννης έγραψε:

«Όμως προτιμιέται και δοξάζεται ο Γώγος ο αθάνατος. Δεν στοχάζεται θάνατον αυτός ο αγαθός πατριώτης. Θε, συχώρεσε την ψυχή του, και συ, πατρίδα, να τον μακαρίζης όσο είσαι πατρίδα ελεύτερη».
«Ήτανε πολλά άξιος και γενναίος ο Γώγος και τυχερός εις τον πόλεμον και με πολύ κουμάντο».
«Ήταν τίμιος άνθρωπος και γενναίος πατριώτης κι’ αγαθός. Αρρώστησε σε κάμποσον καιρόν κι’ από την πίκρα του απέθανε. Η πατρίς χάριτες χρωστάγει εις αυτόν τον γενναίο άντρα».
«Τέτοιους αξιωματικούς θέλει η Κυβέρνησή μας να λευτερώση την πατρίδα, νέους¨ τους παλιούς σκότωμα. Μπεζέρισαν ν’ ακούνε Γώγο με ογδοήντα ένα άνθρωπον να βαστάξη έξι χιλιάδες και να γιομίση ο τόπος σκοτωμένους».
«Όπου Γώγος εκεί και νίκη»

Τους αγώνες του Γώγου Μπακόλα εξυμνούν και τα παρακάτω τραγούδια:

Να μουν μια πετροπέρδικα στου Λαγαρού την βρύση
Να ξύπναγα πολύ ταχιά ,δυο ώρες πριν να φέξη,
να πήγαινα και ν'; άκουγα τι πόλεμος θα γένει.
Τα' είναι ο αχός που γίνεται κ'; η ταραχή μεγάλη.
Γώγος Μπακόλας πολεμάει μ' εννιά χιλιάδες Τούρκους.
Δεν είναι κρίμα κ 'άδικο και ανομιά μεγάλη
να πολεμούν οι εκατό με εννιά χιλιάδες τούρκους.
Γώγος έβαλε φωνή από το μιτερίζι:
για πολεμάτε δυνατά και σκούξτε τα μεγάλα
να ραϊστούνε τα βουνά και να σκιστούν οι κάμποι,
για να γλιτώσουν την σκλαβιά τόσα γυναικόπαιδα
που κυνηγιούνται σαν τα' αρνιά και σκούζουν και βελάζουν.

-------------------------------------------------------

Ποιος είναι αυτός που πολεμάει και βροντερά χουγιάζει;
Γώγος Μπακολας πολεμάει με χίλιους πεντακόσιους .
Λεβέντες Ραδοβισδινοί , Πετρίτες του Τσουμέρκου,
παστρέψτε τα ντουφέκια σας ,τροχίστε τα σπαθιά σας
τι πλάκωσε η Αρβανιτιά , για να μας ξολοθρέψουν
να πάρουν τις γυναίκες σας , τις νύφες , τα κορίτσια
και σεις σκλάβοι να μην γίνεται εις τους παλιοαρβανίτες
μόνο τρέξτε για να πιάσουμε εκείνη την ραχούλα,
φτιάξτε ταμπούρια δυνατά , πιάστε τα μετερίζια.
Τρεις ώρες πολεμούσαν σαν άξια παλικάρια,
φυσέκι στις μπαλάσκες τους δεν έμεινε κανένα
και τότε ο Γώγος φώναξε από το μετερίζι.
Που είστε παιδιά του Τσουμερκιού , παιδιά απ' το Ραδοβίζι,
αφήστε τα ντουφέκια σας και πιάστε τα σπαθιά σας,