Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Εμείς


Καταγγελία για τη μηχανοποίηση του ανθρώπου και του πνεύματος και την ολοκληρωτική πλευρά της ρώσικης επανάστασης

Της Τιτικας Δημητρουλια


ΓΕΒΓΚΙΕΝΙ ΖΑΜΙΑΤΙΝ

Εμείς

Το 1946, ο Τζωρτζ Οργουελ βρίσκει μετά από επίπονες προσπάθειες ένα αντίτυπο, γαλλικό, του μυθιστορήματος του Γεβγκιένι Ζαμιάτιν «Εμείς». Η δυστοπία του Ζαμιάτιν, που δημοσιεύθηκε το 1927 στα αγγλικά και στη συνέχεια μεταφράστηκε στα γαλλικά και στα τσεχικά, εννιά χρόνια μετά τον θάνατό του στο Παρίσι (1937) είναι πια θρυλική. Το παρουσιάζει πάραυτα στην Tribune, επισημαίνοντας τις ομοιότητες με τον «Θαυμαστό νέο κόσμο» του Αλντους Χάξλεϊ και δηλώνει πως το αγγλικό κείμενο πρέπει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής.

Ο ίδιος πάντως είναι βέβαιο ότι το διαβάζει με μεγάλη προσοχή, αφού στο «1984» που θα εκδοθεί τρία χρόνια αργότερα «δανείζεται» τα κεντρικά στοιχεία της πλοκής του. Το 2009, ο Πωλ Οουεν επεσήμαινε στον Guardian με ακρίβεια τις ομοιότητες αυτές, καταλήγοντας ότι το βιβλίο του Οργουελ είναι ανώτερο, άρα η κίνησή του νομιμοποιείται. Ενας δημοσιογράφος του Le Nouvel Observateur που παρουσίαζε το άρθρο του Οουεν μάλιστα έκανε λόγο για «κάποιον Ζαμιάτιν», που βεβαίως δεν έγραψε κανένα αριστούργημα. Ο Ελληνας αναγνώστης μπορεί να κρίνει ωστόσο μόνος του, αφού το «Εμείς» εκδίδεται για άλλη μια φορά στα ελληνικά (στο παρελθόν είχε κυκλοφορήσει αν δεν κάνω λάθος από τις εκδόσεις Πλέθρον και Γαβριηλίδης) και προφανώς θα διαφωνήσει με τους ξένους κριτικούς: το «Εμείς» είναι μια εξαιρετική, βαθιά ρομαντική δυστοπία, όπως ωραία επισημαίνει στο πολύ ενδιαφέρον επίμετρό του ο Δ. Κωνσταντίνου, που καταγγέλλει πολύ νωρίς τόσο τη μηχανοποίηση του ανθρώπου και του πνεύματος και την ολοκληρωτική πλευρά της επανάστασης – που ακόμα δεν έχει εντούτοις συντρίψει τον συγγραφέα της.

Μπολσεβίκος

Οταν γράφει το «Εμείς», ο Ζαμιάτιν (1884-1937) είναι κοντά στα σαράντα. Είχε μεγαλώσει έχοντας για φίλους του τα βιβλία, όπως έλεγε, διαβάζοντας Ντοστογιέφσκι και Τουργκένιεφ. Ενόσω ακόμα σπουδάζει ναυπηγική, προσχωρεί στους μπολσεβίκους και διώκεται από το τσαρικό καθεστώς. Ολοκληρώνει τις σπουδές του και φεύγει στην Αγγλία, όπου δουλεύει στην κατασκευή παγοθραυστικών. Επιστρέφει στη Ρωσία ενθουσιασμένος με την Οκτωβριανή Επανάσταση και συνεργάζεται στην κατασκευή σοβιετικών πλέον παγοθραυστικών, ενώ ο Γκόρκι του ζητάει συνεργασία για το περιοδικό Vsemirnaya Literatura, κυρίως σχετικά με την αγγλική και την αμερικανική λογοτεχνία. Ζει στην Πετρούπολη, διδάσκει στο «Σπίτι της Τέχνης» μαζί με τον Γιούρι Τυνιάνοφ, έναν από τους πρωτεργάτες του ρωσικού φορμαλισμού. Αυτοπροσδιορίζεται ως «νεορεαλιστής», συναιρώντας τον ρεαλισμό με τον συμβολισμό. Εχει μαθητές πολλούς σημαντικούς λογοτέχνες αλλά τα γραπτά του δυσαρεστούν το καθεστώς με την σατιρική τους φλέβα και την κριτική τους διάθεση. Μετά τον τσάρο, έρχεται η σειρά της Γκεπεού.

Προβλέπει

Οταν γράφει ο Ζαμιάτιν το «Εμείς», ωστόσο, ο Λένιν ζει ακόμη και το κείμενό του δύσκολα μπορεί να συνδεθεί με τον σταλινισμό. Είναι μια γενικότερη αντιτεχνολογική δυστοπία, στην οποία προβλέπει την εκτροπή της επανάστασης, με τον τρόπο του ποιητή–προφήτη: το Μονοκράτος, οι άνθρωποι αριθμοί, η ομοιομορφία, τα βασανιστήρια και οι εκτελέσεις, η πειθαρχία και η ρομποτοποίηση μοιραία διαβάζονται μέσα στα ιστορικά συμφραζόμενα που θα ακολουθήσουν. Ο ίδιος πάντως μετά το «Εμείς» δυσκολεύεται να δημοσιεύσει και το 1931 θα ζητήσει από τον Στάλιν την άδεια να φύγει από την ΕΣΣΔ, σημειώνοντας στο γράμμα του ότι ποτέ δεν του άρεσε ο καιροσκοπισμός και η δουλικότητα, γιατί βλάπτουν και τον συγγραφέα και την επανάσταση. Ο Στάλιν, παραδόξως και με μεσολάβηση του Γκόρκι προφανώς, τον αφήνει να φύγει για το Παρίσι, όπου συνεχίζει να γράφει – δικό του είναι και το σενάριο της ταινίας «Υπόκοσμος» του Ζαν Ρενουάρ. Οι ποικίλες κακουχίες όμως θα τον καταβάλουν και θα πεθάνει από καρδιά το 1937.

Θα αφήσει πίσω του ένα έργο ιδιότυπο, με έμφαση στο γκροτέσκο, την ειρωνεία και το χιούμορ: ο ρωσικός φουτουρισμός και ο κονστρουκτιβισμός, ο ρωσικός φορμαλισμός, η ρωσική πρωτοπορία εν γένει θα επηρεάσουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στην πλοκή ή στο ύφος, τον ήδη ιδιαίτερο ρεαλισμό του. Σκαπανέας της δυστοπίας, ο Ζαμιάτιν αφηγείται στο «Εμείς» την ιστορία ενός μελλοντικού ολοκληρωτικού κράτους, του Μονοκράτους, που το κυβερνά ένας αιμοχαρής Ευεργέτης, που αρέσκεται σε προηγμένες τεχνολογικά ανθρωποθυσίες. Οι άνθρωποι είναι Αριθμοί, σύμφωνα οι άντρες, φωνήεντα οι γυναίκες, βαδίζουν κατά στοίχους, το πρόγραμμά τους είναι ομογενοποιημένο και αναγράφεται στον Πίνακα, η ζωή τους κυλά σε διάφανα, γυάλινα κτίρια και κάνουν σεξ (η μοναδική στιγμή που επιτρέπεται να κατεβάσουν τις γρίλιες) δηλώνοντας τον επιθυμητό παρτενέρ με ροζ χαρτάκια.

Ο ήρωας του Ζαμιάτιν είναι ο κατασκευαστής του Ολοκληρωτή, μιας μηχανής που θα φέρει στους άλλους πολιτισμούς, πέραν της γης, το θαύμα της ανελευθερίας, της υπαγωγής σε μια ανώτερη δύναμη που οδηγεί στην ευτυχία.

Νέος κόσμος

Ο έρωτας όμως για μια μυστηριώδη γυναίκα, που αποδεικνύεται επαναστάτρια, τον οδηγεί πίσω σε μια ξεχασμένη ανθρωπιά που μεταβάλλει κυριολεκτικά το βλέμμα του: οι σημειώσεις που κρατάει αναπαριστούν αυτές τις νέες εικόνες, τον νέο κόσμο που βλέπει να ανοίγεται μπροστά του, πολύ πριν έρθει σε επαφή με τον «παλιό κόσμο», πίσω από το Πράσινο Τείχος.

Μένει κανείς ενεός μπροστά στην ενορατική δύναμη του Ζαμιάτιν, όταν διαβάζει διαλόγους όπως ο ακόλουθος: «Αυτό είναι αδιανόητο! Είναι ηλίθιο! Δεν βλέπετε πως αυτό που σχεδιάζετε είναι… επανάσταση;» «Ναι – επανάσταση! Γιατί είναι ηλίθιο αυτό;» «Ηλίθιο, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση. Γιατί η δική μας επανάσταση […] ήταν και η τελευταία. Και δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους άλλη επανάσταση πέρα απ’ αυτήν.» Ή όταν διαβάζει τις περιγραφές της «επαναστατικής» λογοτεχνίας και «ακούει» κυριολεκτικά το νέο λόγο που δεν μπορεί παρά να ταιριάζει στο νέο άνθρωπο: οι λέξεις χάνουν το νόημά τους και αποκτούν μια νέα, εφιαλτική σημασία, με πρώτο και καλύτερο το «εμείς» του τίτλου, ένα «εμείς» που βαραίνει, πνίγει, εξανδραποδίζει, απανθρωποποιεί στο όνομα της κατάργησης της φαντασίας, της ασθένειας που γεννά τις επαναστάσεις. Ζοφερό και συγκλονιστικό, ριζικά αντιολοκληρωτικό, μείζον έργο της ριζοσπαστικής ρώσικης δεκαετίας του 1920, ένα σπουδαίο πολιτικο-φιλοσοφικό ανάγνωσμα που για λόγους ιεραρχίας των γλωσσών και των λογοτεχνιών και μόνο δεν έχει βρει ακόμα τη θέση που του αξίζει στην παγκόσμια λογοτεχνία.