Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Τέσσερα κουαρτέτα


Eliot Thomas Stearns

Το μείζον ποιητικό επίτευγμα του Έλιοτ μετά την έκδοση των έργων του "The Waste Land" (1922) και "Ash-Wednesday" (1930) ήταν το "Burnt Norton", που δημοσιεύτηκε το 1935 και αρχικά θεωρήθηκε αυτόνομο έργο, αλλά στη διάρκεια του πολέμου αποτέλεσε το πρώτο μέρος της σύνθεσης που αργότερα έγινε γνωστή ως "Τέσσερα Κουαρτέτα". Αυτή η εκπληκτική αλληλουχία -"Burnt Norton" (1936), "East Coker" (1940), "The Dry Salvages" (1941) και "Little Gidding" (1942)- θεωρείται το αριστούργημά του, ο ίδιος μάλιστα αναγνώριζε στο "Little Gidding" το σημαντικότερο ποίημά του. Ενώ τα προηγούμενα ποιήματά του επικεντρώνονταν στο απομονωμένο άτομο, τα "Τέσσερα Κουαρτέτα" εστιάζουν στην απομονωμένη στιγμή, στο θραύσμα του χρόνου που παίρνει αλλά και προσδίδει το νόημά του σε ένα σχήμα - ένα σχήμα που βρίσκεται εντός χρόνου μεταβαλλόμενο αδιάκοπα, ώσπου η υπέρτατη στιγμή του θανάτου να το ολοκληρώσει, ταυτόχρονα όμως βρίσκεται εκτός χρόνου. Το άτομο, που βιώνει μονάχα αποσπασματικά τη ζωή, δεν μπορεί ποτέ να συλλάβει το σχήμα αυτό στο σύνολο του, όμως υπάρχουν στιγμές που το βιώνει ολόκληρο, έστω και σε μικρογραφία. Είναι οι άχρονες στιγμές εκείνες ακριβώς που παρέχουν στον Έλιοτ το μέσο για να κυριαρχήσει στον χρόνο - στιγμές αιφνίδιας έκλαμψης, εντός και εκτός χρόνου, τις οποίες ο 'Ελιοτ συνδέει με την ενσαρκωμένη Λέξη και με τη λέξη που μεταμορφώνεται σε τέχνη, την ποίηση. Είναι μια λέξη, μια γλώσσα, που τείνει προς τη μουσική, αναζητώντας στις μουσικές δομές τον τρόπο να εκφράσει καλύτερα τις εναλλαγές της διάθεσης, τις μεταπτώσεις του ρυθμού, τις γόνιμες παραλλαγές του θεματικού υλικού. Τόσο η ιδέα όσο και η μορφή απορρέουν εντέλει από το "νέο σχέδιο" του Έλιοτ, τη χριστιανική θρησκεία· και το αριστούργημα του δεν είναι παρά μια θεοδικία, η δικαίωση του Θεού στα μάτια του ανθρώπου.