Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

ΕΝΑΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΝΟΥΣ


A Dangerous Mind: Carl Schmitt in Post-War European Thought




Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΣΜΙΤ ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΣΤΟΧΑΣΜΟ 


O Καρλ Σμιτ (1888 - 1985), ο αποκαλούμενος "νομικός του Γ΄ Ράιχ", μπορεί να έχει προκαλέσει αποστροφή σε κάποιους κύκλους, έχει όμως ασκήσει σε πολλούς σύγχρονούς του, αλλά και μεταγενέστερους διανοούμενους, και την ανάποδη όψη της: τη γοητεία. Ο Jan - Werner Muller ανιχνεύει τα όρια της επίδρασης των θεωριών του Σμιτ σε όλο το φάσμα του πολιτικού στοχασμού της μεταπολεμικής Ευρώπης: από τη Δεξιά και την άκρα Δεξιά (αναμενόμενο), ως την άκρα Αριστερά (εκ πρώτης όψεως, παράδοξο). Παρακολουθώντας, με ένα γλαφυρό κείμενο, την προσωπική διαδρομή του Καρλ Σμιτ, εντοπίζει και αναλύει διεξοδικά τις ενίοτε επικίνδυνες συνέπειες των ιδεών αυτού του επιφανέστερου πολεμίου του φιλελευθερισμού. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) 

"Ένα βιβλίο για την πολύμορφη επίδραση που εξάσκησε και εξασκεί στη σύγχρονη πολιτική θεωρία ένας εχθρός της μαζικής δημοκρατίας, προφήτης και θεωρητικός απολογητής του ναζιστικού κράτους, ο οποίος αποτελεί ωστόσο μια συνεχή πρόκληση για τη φιλελεύθερη σκέψη, καθώς αναγνώρισε τις βαθιές αντιφάσεις του φιλελευθερισμού και προέβλεψε τα αδιέξοδα της "μεταπολιτικής" εποχής". (ΤΑ ΝΕΑ)


Ο Γερμανός καθηγητής της νομικής επιστήμης και φιλόσοφος Carl Schmitt (1888-1985), κατόρθωσε να κληροδοτήσει στη σύγχρονη φιλοσοφική και πολιτική σκέψη έννοιες και προβληματισμούς που επηρέασαν βαθύτατα τόσο τον συντηρητικό λόγο όσο και τον ριζοσπαστικό δεξιό και αριστερό λόγο. Όσο όμως και να φανεί παράδοξο επηρέασαν βαθύτατα και τον ίδιο τον μεγάλο εχθρό του, που ήταν ο φιλελευθερισμός. 

Ο Jan-Werner Muller καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Πρίνστον παρακολουθεί πώς μεταπολεμικά μπλέκονται τα νήματα τόσο των εχθρών του φιλελευθερισμού (Marquard, Lubbe, Kojeve, Koselleck,Kesting και Spaemman) όσο και σημαντικών εκπροσώπων της μεταπολεμικής φιλελεύθερης ευρωπαϊκής σκέψης (Blumenberg, Luhmann, Habermas) γύρω από τον καμβά που είχε στήσει ο Σμίτ Αυτοί συγκρούονται για τα ζητήματα που ανέδειξε η σμιτιανή σκέψη, για τα όρια και την πολυπλοκότητα της νεωτερικής κοινωνίας, την υποβάθμιση του πολιτικού, την ασθενή πολιτική και δημοκρατία. Δίνουν όπως είναι φυσικό, πολύ διαφορετικές απαντήσεις. 

Ο πυρήνας της σκέψης του Σμίτ κινείται γύρω από τη σημασία της έννομης τάξης ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την ομαλή λειτουργία των κοινωνιών. Έννομη τάξη που στηρίζεται σε μια απόφαση και όχι σ’ ένα κανόνα. Ο Σμίτ , ο αποκαλούμενος και «νομικός του Γ Ράιχ» έβαλε εξαρχής βόμβες στα θεμέλια του γερμανικού νομικίστικου πνεύματος θεμελιώνοντας με όπλο του τον φιλοσοφικό συντηρητισμό ένα αυταρχικό, ενιαίο κράτος, με αδιαίρετη κυριαρχία, σε μια κανονιστικά αθεμελίωτη απόφαση. Έτσι σύμφωνα με την πιο χρησιμοποιημένη φράση του Σμιτ «κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Εισάγοντας στη θεωρία της κρατικής ασφάλειας και ισχύος την έννοια της «αποφασιοκρατίας», θεωρεί από πολύ νωρίς πως το κράτος δεν πρέπει να είναι δίκαιο για να δημιουργεί δίκαιο, αλλά να είναι τόσο ισχυρό για να λαμβάνει αποφάσεις. Αυτή η θεωρητική βάση, το μίσος του για τον φιλελευθερισμό και τη Βαϊμάρη είναι τα πρελούδια της κατοπινής του συμπόρευσης με τον Εθνικοσοσιαλισμό.


Θεωρώ πως με βάση την ανάγνωση του Μίλερ δύο είναι τα σημεία αναφοράς που οδήγησαν τον Σμίτ στις αγκαλιές του ναζισμού. Το πρώτο είναι η πίστη του πως με τη φιλελεύθερη δημοκρατία και τη μετάβαση στο νεωτερικό κράτος η κοινωνία κατέλαβε το κράτος αποδυναμώνοντας έτσι την πηγή της ασφάλειας και της ειρήνης. Και το δεύτερο αφορά το γεγονός πως η νεωτερικότητα αποδιαρθρώνει τα ομογενοποιημένα κράτη. Αυτή η ομογενοποίηση αποτελεί και τη βάση πάνω στην οποία ο Σμίτ ορίζει την πολιτική ως τη σφαίρα που διακρίνεται ο εχθρός από τον φίλο. Η ομογενοποίηση των φίλων σε αντιδιαστολή με τον εσωτερικό και εξωτερικό εχθρό αποτελεί τη βάση για τη θεωρητική θεμελίωση του ναζισμού. Όπως όμως κατάλαβε πολύ καλά ο Σμιτ, από την προσωπική του εμπειρία, αυτή η θεμελίωση δεν ήταν αναγκαία στον ίδιο τον φασισμό. Ήταν όμως αναγκαία στην μεταπολεμική σκέψη, όπου τα ζητήματα της φύσης του πολιτικού, της σχέσης εξουσίας και τάξης, της οικουμενικής τάξης, της τεχνοκρατίας και της έκλειψης της πολιτικής βούλησης, των θεμελιώσεων των διεθνών σχέσεων, τίθενται ξανά επί τάπητος ανανεώνοντας τη σύγκρουση του φιλελευθερισμού με τον συντηρητισμό και τον ριζοσπαστισμό.

Ο Μύλερ με αυτό το βιβλίο του με αφορμή τις επιρροές του Σμιτ στο μεταπολεμικό στοχασμό, επιδιώκει να ανοίξει τη συζήτηση για την ανάγκη πολιτικοποίησης του φιλελευθερισμού και σύνδεσης του με τη δημοκρατία και την ισότητα. Ένα ξεχασμένο πεδίο που ανήκε στον κλασικό φιλελευθερισμό και με την κριτική του Σμιτ επανέρχεται στον σύγχρονο φιλελευθερισμό.