Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΥΚΟΥΤΡΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 21

 

Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Eugène Delacroix (Le Combat du Giaour et du Pacha, 1835, musée du Petit Palais, Paris)


Απόσπασμα από το βιβλίο ''Η σχέσις μας προς την Αρχαιότητα''


    Το 21αποτελεί αληθώς ρήξιν προς το παρελθόν και την «παράδοσιν», την παράδοσιν όμως την βυζαντιακήν και την της τουρκοκρατουμένης Ελλάδος. Αλλά συγχρόνως αποτελεί αναγέννησιν, αναγέννησιν του αρχαίου ελληνικού πνεύματος (όπως ημπορούσαν οι άνθρωποι της εποχής εκείνης να το συλλάβουν), επάνοδον συνειδητήν εις την δράσιν των αρχαίων προγόνων και (με το τολμηρόν του ρωμαντικού πήδημα υπεράνω της ρωμαϊκής και βυζαντινής περιόδου) συνέχειαν άμεσον των κατορθωμάτων εκείνων. Τα ονόματα του Λεωνίδου και του Θεμιστοκλέους δεν κοσμούν μόνον των Υδραίων τας πρύμνας ─αποτελούν ζωντανάς υπάρξεις, παραστέκονται εις τους αγωνιζομένους, γίνονται πρότυπα και ιδέαι, που κανονίζουν αίσθημα και ενέργειαν των απογόνων. Το έθνος αισθάνεται, ότι είναι έθνος: αισθάνεται τα δικαιώματά του ως κληρονόμου παρελθόντος μεγαλείου, και τα καθήκοντά του απέναντι αυτού. Δεν είναι πλέον η φυσιολογική, ούτως ειπείν, εξέγερσις εναντίον της καταπιέσεως του βαρβάρου, που του οπλίζει τας χείρας· πολύ μάλλον η συναίσθησις της αξιοπρεπείας του, η εντροπή. 

    Η μεταβολή αυτή δεν είναι αιφνίδιος επιφώτισις: πολύ oλιγώτερον είναι δημιούργημα του φιλελληνισμού, όπως πολλαχώς υπεστηρίχθη· ο φιλελληνισμός αρχίζει από το 21 και την ενίσχυσε μάλλον ή την επροκάλεσεν. Είναι το έργον της ανανεννηθείσης τον 18. αιώνα ελληνικής παιδείας, είναι το έργον των ταπεινών και σχολαστικών ─αν θέλετε─ διδασκάλων, που με τον Ηρόδοτον και τον Δημοσθένην εις τας χείρας εχάλκευσαν την εθνικήν συνείδησιν και το αίσθημα της θυσίας προς την πατρίδα, της κοινής συνεργασίας προς δημιουργίαν ανεκτής εθνικής υπάρξεως. Το πλήθος των χειρογράφων κλασσικών συγγραφέων, αντιγραμμένων τον 18. αιώνα, είναι ένα υλικόν δείγμα του τεραστίου τούτου ρεύματος προς παιδείαν, ─όχι κάθε παιδείαν, αλλά παιδείαν ελληνικήν─ ως απαραίτητον προϋπόθεσιν πάσης εθνικής παλιγγενεσίας. Δεν υπήρξε τούτο το πρόγραμμα του Κοραή μόνον, αν και ο Κοραής υπήρξεν ο ευγλωττότερος και μάλλον βαθυστόχαστος τούτου απόστολος. Αποτελεί τον τελικόν σκοπόν και το ιδεώδες όλων των μορφωμένων και μη τάξεων του ελληνικού λαού, ιδεώδες δημιουργηθέν και καλλιεργηθέν από τους πτωχούς διδασκάλους του γένους.

    Απέχω πολύ από του να ισχυρισθώ, ότι ο μοναδικός παράγων του 21 υπήρξεν η αναγέννησις της ελληνικής παιδείας. Αυτή και μόνη δεν ήτο αρκετή ούτε να προκαλέση την Επανάστασιν ούτε να φέρη εις πέρας τους σκοπούς της. Η ελληνική παιδεία υπήρξεν ηθική δύναμις μόνον και αι ηθικαί δυνάμεις δεν δημιουργούν τας απαραιτήτους υλικάς προϋποθέσεις προς δράσιν, δίδουν όμως εις αυτάς την κατεύθυνσιν, θέτουν εις αυτάς τον ιδεώδη σκοπόν και τας εναρμονίζουν εις τας ενεργείας των· προ παντός δημιουργούν την πίστιν, ήτις την αποτελεσματικότητα των υλικών δυνάμεων εκατονταπλασιάζει. Εις τον 16. και 17. αιώνα η ελληνική παιδεία θα ήτο αδύνατον να προκαλέση ένα 21.[1] Εχρειάσθη να προηγηθή του τόπου η οικονομική ευημερία, η ανάπτυξις του εμπορίου και της ναυτιλίας, η επαφή με την Ρωσίαν, η πείρα εις τας παραδουναβείους χώρας, η παρακμή των Τούρκων, η επικοινωνία με την Ευρώπην και τας εν Ανατολή ευρωπαϊκάς παροικίας, προ παντός η δημιουργία εθνικών πολεμικών δυνάμεων με των κλεφτών τα τάγματα και των Υδραίων τους εμπορικούς στόλους. Αλλ’, όπως είπομεν, αυτά ήσαν υλικόν απλούν, δυνάμεις ασυναρμολόγητοι και αλληλοσυγκρουόμεναι πολλάκις, χωρίς μορφήν ούτε κατεύθυνσιν. Και την μορφήν αυτήν και την κατεύθυνσιν έδωσεν εις αυτάς η ελληνική παράδοσις και μόνη.[2] Αυτής και μόνης έργον είναι, ότι οι «κλέφτες» υψώθησαν εις εθνικούς ήρωας, οι κουρσάροι εις Σαλαμινομάχους, οι προεστοί εις Θεμιστοκλείς και Αριστείδας. Με την προφητικήν του διαίσθησιν το παρετήρησε βαθύτατα ο Σολομός ─τον οποίον κανείς δεν ημπορεί να κατηγορήση επί «προγονοπληξία» ή «σχολαστικισμό»─ όταν η Ελευθερία, η ελληνική ελευθερία του 21, του παρουσιάζετο

απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά.



[1] Σ.Σ. Ακόμη παραδέχομαι, ότι, και αν δεν είχαμεν την ελληνικήν παράδοσιν, θα εφθάναμεν κάποτε να επαναστατήσωμεν εναντίον του Τούρκου. Αλλά πότε; Όταν από τας συνθήκας της νεοελληνικής πραγματικότητος θα εδημιουργούσαμεν την απαραίτητον εθνικήν συνείδησιν και την κατευθύνουσαν Ιδέαν. Αυτό μέχρι του 21 δεν είχε γίνει. Το δε παράδειγμα των Βουλγάρων, που μόλις κατά τα τέλη του παρελθόντος αιώνος και κατόπιν εντατικής προσπαθείας της πανσλαβιστικής προπαγάνδας έφθασαν εις εθνικήν συνείδησιν δι’ ανασυνδέσεως με την ιστορίαν των, δείχνει φανερά, πόσον μεγάλην σημασίαν είχε δι’ ημάς το παρελθόν. Να σκεφθή μόνον κανείς τι εσήμαινε το ότι έθνος χωρίς κρατικήν ενότητα και με υποτυπώδη στοιχεία υλικού και πνευματικού πολιτισμού είχε φθάσει εις εξειλιγμένην εθνικήν συνείδησιν ήδη κατά τας αρχάς του 19. αιώνος. Εις την Γερμανίαν τότε μόλις έθετεν ο Fichte τας πνευματικάς βάσεις της εθνικής ενότητος.

[2] Σ.Σ. Των ιδεών της γαλλικής επαναστάσεως η επιρροή ─αναμφισβήτητος διά πολλούς πνευματικούς ηγέτας του 21, π.χ. τον Ρήγαν και Κοραήν─ υπερτιμάται εσχάτως παρά πολλών. Αλλά, και αν ακόμη υπήρξε τόσον μεγάλη, δεν πρέπει να λησμονώμεν 1) ότι ευρίσκετο και η γαλλική επανάστασις υπό την άμεσον επίδρασιν ελληνικών ιδεών και υπό την μορφήν αυτήν επέδρασεν και εν Ελλάδι, 2) ότι, και διά να εκαρποφορούσαν αι ιδέαι της, έπρεπε το έδαφος να είχε προπαρασκευασθή καταλλήλως. Αι πατριωτικαί ιδέαι της Αναγεννήσεως π.χ. έμειναν τελείως ξέναι προς την συνείδησιν των φραγκοκρατουμένων Ελλήνων ─ως λαού, εννοώ· όχι των φυγάδων λογίων.