Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011
ΣΠΟΥΔΗ ΘΑΝΑΤΟΥ Giuseppe Ungaretti
Συγγραφέας: Ungaretti Giuseppe
Μεταφραστής: Τριβιζάς Σωτήρης
Εκδόσεις: Καστανιώτη
Ο Τζουζέππε Ουνγκαρέττι, από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της ιταλικής ποίησης του εικοστού αιώνα, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1888 και πέθανε στο Μιλάνο το 1970. Η ποίησή του διακρίνεται για τη νοσταλγική διάθεση και τη μεταφυσική αγωνία της και χαρακτηρίζεται από τη λιτότητα των εκφραστικών της μέσων.
«Σταματήστε να σκοτώνετε τους νεκρούς, / Μη φωνάζετε πια, μη φωνάζετε/ Εάν θέλετε να τους αφουγκράζεστε ακόμα, / Εάν ελπίζετε πως δεν θα χαθούν»
Στον τόμο αυτό περιλαμβάνεται η ποιητική ενότητα Σπουδή Θανάτου, που γράφτηκε το 1932, καθώς και μια επιλογή από προγενέστερα και μεταγενέστερα ποιήματα του Ουνγκαρέττι, όπου μπορούμε να παρακολουθήσουμε την πορεία του από τις πρώτες ποιητικές καταθέσεις ως την ώριμη φάση της πνευματικής δημιουργίας του.
Το βιβλίο ''ΣΠΟΥΔΗ ΘΑΝΑΤΟΥ'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΧΑΝΡΑΧΑΝ
Συγγραφέας:ΓΕΗΤΣ ΜΠΑΤΛΕΡ ΟΥΙΛΙΑΜ
Εκδοτικός Οίκος:ΕΡΑΤΩ
Οι ιστορίες του Κόκκινου Χάνραχαν υπάρχουν ως ένα λογοτεχνικό έργο που αντιδρά στην απολυταρχική εικονική πραγματικότητα του βιομηχανικού προϊόντος που προβάλλεται σήμερα ως τέχνη -είτε πρόκειται για λογοτεχνία, είτε για κινηματογράφο, είτε για μουσική είτε για οποιαδήποτε άλλη έκφραση πολιτισμού- και κραυγάζει ουσιαστική λαϊκή τέχνη: τέχνη που απευθύνεται στα θεμελιώδη και λαϊκά ένστικτα κάθε κοινωνικής τάξης και τύπου ανθρώπου. Η δημιουργική, με μοντέρνο τρόπο, διαχείριση της παραδοσιακά λαϊκής λογοτεχνίας ως τρόπος επαναμάγευσης μιας εθνικής λογοτεχνίας ή συνολικά της λογοτεχνίας μιας εποχής, βασισμένη όχι σε στείρες θεωρίες περί φόρμας, μέτρου ή όποιας άλλης συνθήκης ενός έργου -η οποία συνιστούσε αναπόσπαστη και φυσική εκφορά του Λόγου μιας χρονικής περιόδου και των συγκεκριμένων κοινωνικών και πολιτιστικών δεδομένων που επικρατούσαν σε αυτήν- αλλά στη διάνοια του δημιουργού, σημειώνω πως συνιστά την σπουδαία πνευματική παρακαταθήκη που μας κληροδοτεί η μαγικά μυθολογική Κτίση του Γέητς.
Το βιβλίο ''ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΧΑΝΡΑΧΑΝ'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Εκδοτικός Οίκος:ΕΡΑΤΩ
Μετάφραση:ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΜΙΧΑΛΗΣ
Σελίδες:159
Οι ιστορίες του Κόκκινου Χάνραχαν υπάρχουν ως ένα λογοτεχνικό έργο που αντιδρά στην απολυταρχική εικονική πραγματικότητα του βιομηχανικού προϊόντος που προβάλλεται σήμερα ως τέχνη -είτε πρόκειται για λογοτεχνία, είτε για κινηματογράφο, είτε για μουσική είτε για οποιαδήποτε άλλη έκφραση πολιτισμού- και κραυγάζει ουσιαστική λαϊκή τέχνη: τέχνη που απευθύνεται στα θεμελιώδη και λαϊκά ένστικτα κάθε κοινωνικής τάξης και τύπου ανθρώπου. Το βιβλίο ''ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΧΑΝΡΑΧΑΝ'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011
Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία
Der Niedergang der bürgerlichen Denk- und Lebensform: Die liberale Moderne und die massendemokratische Postmoderne
Η πρόσφατη διεθνής συζήτηση για το «μοντέρνο» και το «μεταμοντέρνο» έγινε σε βάση αισθητική ή φιλοσοφική χωρίς να εξιχνιασθούν οι κοινωνικές προϋποθέσεις και αντιστοιχίες των όρων αυτών. Τούτο το βιβλίο ερευνά την εξέλιξη των δυτικών κοινωνιών στα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια και δείχνει πώς η κατάρρευση του αστικού τρόπου σκέψης και ζωής συμπορεύθηκε με τη διαμόρφωση των «μεταμοντέρνων» ιδεολογημάτων και στάσεων. Η ανάλυση κινείται σε πολλαπλά επίπεδα· αγκαλιάζει τόσο τις πολιτικές αλλαγές που συντελέσθηκαν κατά τη μετάβαση από τον κλασσικό φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, όσο και τις αλλαγές που επέφεραν στην κοινωνική και προσωπική ζωή η σύγχρονη τεχνική, ο σύγχρονος καταμερισμός της εργασίας και τα κινήματα της νεολαίας. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στις κοσμοθεωρητικές μετατοπίσεις, οι οποίες εντοπίζονται με δομικές αναλύσεις της νεότερης λογοτεχνίας, τέχνης φιλοσοφίας και επιστήμης. Μια εισαγωγή γραμμένη ειδικά για την ελληνική έκδοση εξετάζει την υφή και την τύχη του αστικού πολιτισμού στη χώρα μας.
Περί ελληνικής «αστικής» τάξης
Σε καμιά στιγμή της η νεοελληνική πραγματικότητα δεν διαμορφώθηκε αποκλειστικά, καθοριστικά και τελεσίδικα από μια κοινωνική τάξη. H «αστική τάξη» δεν συγκέντρωνε ποτέ τα ειδοποιά γνωρίσματα της αστικής τάξης με τη δυτική έννοια / ενσάρκωνε με διαφορετικά τμήματά της άλλοτε άλλα γνωρίσματα του αστικού ήθους και έθους, ποτέ ταυτόχρονα και όλα / ποτέ δεν κατάφερε να δημιουργήσει γηγενή και αυτοτελή αστικό πολιτισμό.
Ο όρος διαδόθηκε στα πλαίσια των αναλύσεων της τοτινής ελληνικής κοινωνίας από μετριοπαθείς ή ακραίους αριστερούς κοινωνιολόγους και δημοσιολόγους. Υποδήλωνε μια άμεση ή έμμεση πολεμική / εισάγεται ως ο μεγάλος αντίμαχος της ανερχόμενης εργατικής τάξης. Επιπλέον, ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τους δυτικούς κοινωνιολόγους στις αναλύσεις τους για τις μη αναπτυγμένες χώρες, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, με ένα ιδιαίτερο σκεπτικό.
Στην Ευρώπη υπήρξε ο αντίπαλος της αριστοκρατίας και της κληρικοκρατίας, ο φορέας μιας νέας θετικής αντίληψης για την οργάνωση της ζωής και μιας ρωμαλέας νέας κοσμοθεωρίας. Επειδή στην Ελλάδα δεν βρέθηκε αστική τάξη να παίξει τέτοιο ρόλο, δεν βρέθηκαν ούτε και λογοτέχνες ή ιστορικοί για να την υμνήσουν.
Για το νέο- ελληνικό κράτος, τα κόμματα και τους πολιτικούς θεσμούς
Ο μηχανισμός της λειτουργίας του κράτους διαμορφώθηκε ως εν μέρει τερατογεννετικό και εν μέρει ιλαροτραγικό αποτέλεσμα της διασταύρωσης των πιο προηγμένων τοτινών πολιτικών θεσμών, όπως ο κοινοβουλευτισμός και η καθολική ψηφοφορία, με μια κοινωνία διεπόμενη από πατριαρχικές σχέσεις, στάσεις, νοοτροπίες και αξίες (Όλα αυτά) συνεπέφεραν μια κοινωνική κινητικότητα: δημιούργησαν καινούριες ευκαιρίες πολιτικής και κοινωνικής σταδιοδρομίας και άνοιξαν σε ευρύτερες μάζες τον δρόμο από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. — διόγκωση του κρατικού μηχανισμού (βλ. πελατειακές σχέσεις με τα κόμματα) και ενίσχυση του καθοδηγητικού ρόλου του κράτους.
Η τέτοια διόγκωση και διαμόρφωση του ελληνικού κράτους ούτε από κάποια εντόπια αστική τάξη υποκινήθηκε, ούτε την ωφέλησε. Απεναντίας, ο όγκος, η δυσκαμψία και η δαπανηρότητα του κράτους αποτέλεσε τροχοπέδη (…)
Σφάλμα να αποκαθίσταται ευθύγραμμες γραμμές ανάμεσα σε «τάξεις» και «κόμματα», ιδιαίτερα στην Ελλάδα / δεν πρέπει να παραβλέπεται η εκτεταμένη αυτονομία του πολιτικού – κομματικού παιγνιδιού ως πελατειακής σχέσης πολιτικού – ψηφοφόρου. Ο ψηφοφόρος παρέχει υποστήριξη προσδοκώντας προστασία. Ο πολιτικός εκποιεί το κράτος στους ψηφοφόρους, με αντάλλαγμα να το κατέχει ο ίδιος. / είναι κατά κανόνα δευτερεύουσες ή και απλώς προσχηματικές οι «ιδεολογικές» αντιθέσεις ή αντιθέσεις «αρχών». Στο πολιτικό φάσμα ένας πολιτικός καταλαμβάνει μια θέση γιατί όλες οι υπόλοιπες είναι κατειλημμένες / Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού για σκοπούς κομματικού οφέλους υπήρξε έργο εξίσου όλων των κομμάτων / όλα τα ελληνικά κόμματα υπήρξαν κρατικιστικά.
Ο πελατειακός χαρακτήρας των κομμάτων τα έκανε και «λαϊκά», εφ όσον η ανάγκη ταυτόχρονης εξυπηρέτησης ατόμων και ομάδων ή «κλάδων» μέσω του κράτους καθιστούσε ουσιαστικά αδύνατη την άσκηση μονοσήμαντης και συνεπούς ταξικής πολιτικής (τέτοιο θέμα δεν έμπαινε ποτέ πιεστικά. Η βαθμιαία αποσύνθεση των πατριαρχικών δομών δημιούργησε ως κύριο τμήμα του κοινωνικού κορμού μια ευρύτατη μάζα μικροαστών και μικροϊδιοκτητών, οι οποίοι μπορούσαν εξίσου καλά σε ένα «δεξιό» / «φιλελεύθερο» / «αριστερό» κόμμα. Η λεγόμενη αστική τάξη (βρέθηκε) συνήθως στα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας. Χρησιμοποιούσε τις ίδιες πελατειακές σχέσεις (…) στον τύπο της συνήθους κρατικιστικής λογικής (περισσότερη κρατική παρέμβαση).
Η «αστική τάξη» δε στάθηκε ποτέ αρκετά συγκροτημένη, ομοιογενής και ισχυρή ώστε να ταυτιστεί με την πολιτική διακυβέρνηση της χώρας. Στον 20ο αιώνα, η υποχώρηση των πατριαρχικών δομών ακολουθήθηκε από σταδιοδρόμηση στοιχείων με μικροαστική ή αγροτική προέλευση με μικροαστική καταγωγή, άρα με όχι δεδομένη ταύτιση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης.
Ακόμα περισσότερο ο κρατικός μηχανισμός, ο οποίος προερχόταν κυρίως από καθυστερημένα στρώματα (χαρακτηριζόταν από) αγραμματοσύνη, στενοκεφαλιά, κουτοπονηριά ή συμπλεγματικότητα + η ανυπέρβλητη ικανότητα του δημοσίου υπαλλήλου να προσανατολίσει τη δραστηριότητά του σε απρόσωπες, γενικές και αφηρημένες αρχές. Αντ΄ αυτού, αξίες πατριαρχικής κοινωνίας: ιδιαίτερη πατρίδα, συγγενείς, φίλοι, φίλοι των φίλων, προστάτες και προστατευόμενοι. –> συνδυασμοί άλλοτε σπαρταριστοί και άλλοτε αξιοδάκρυτοι.
Τα «τζάκια» συμφιλιώθηκαν με το κράτος μόνον από τη στιγμή που μπόρεσαν να το ελέγξουν (επιρροή στη μοναρχία – πελατειακός κοινοβουλευτισμός). Όμως το έλεγξαν για να το αδρανοποιήσουν, όπως τους υπαγόρευε ο κοινωνικός τους χαρακτήρας που ρίζωνε σε προκρατικές συνθήκες και έξεις. Έτσι οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί καταδικάστηκαν σε υποπλασία (εκσυγχρονιστική λειτουργικότητα) και υπερτροφία (ειδικό βάρος στην νεοελληνική πραγματικότητα).
"Η λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος κατάντησε να αποτελέσει το βασικό εμπόδιο στην εθνική οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη – κάτι παραπάνω: έγινε ο αγωγός της εκποίησης της χώρας με μόνο αντάλλαγμα τη δική του διαιώνιση, δηλαδή τη δυνατότητα να προβαίνει σε υλικές παροχές παίρνοντας παροχές σε ψήφους."
Π.Κονδύλης
Το βιβλίο ''Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Der Niedergang der bürgerlichen Denk- und Lebensform: Die liberale Moderne und die massendemokratische Postmoderne
Η πρόσφατη διεθνής συζήτηση για το «μοντέρνο» και το «μεταμοντέρνο» έγινε σε βάση αισθητική ή φιλοσοφική χωρίς να εξιχνιασθούν οι κοινωνικές προϋποθέσεις και αντιστοιχίες των όρων αυτών. Τούτο το βιβλίο ερευνά την εξέλιξη των δυτικών κοινωνιών στα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια και δείχνει πώς η κατάρρευση του αστικού τρόπου σκέψης και ζωής συμπορεύθηκε με τη διαμόρφωση των «μεταμοντέρνων» ιδεολογημάτων και στάσεων. Η ανάλυση κινείται σε πολλαπλά επίπεδα· αγκαλιάζει τόσο τις πολιτικές αλλαγές που συντελέσθηκαν κατά τη μετάβαση από τον κλασσικό φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, όσο και τις αλλαγές που επέφεραν στην κοινωνική και προσωπική ζωή η σύγχρονη τεχνική, ο σύγχρονος καταμερισμός της εργασίας και τα κινήματα της νεολαίας. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στις κοσμοθεωρητικές μετατοπίσεις, οι οποίες εντοπίζονται με δομικές αναλύσεις της νεότερης λογοτεχνίας, τέχνης φιλοσοφίας και επιστήμης. Μια εισαγωγή γραμμένη ειδικά για την ελληνική έκδοση εξετάζει την υφή και την τύχη του αστικού πολιτισμού στη χώρα μας.
Περί ελληνικής «αστικής» τάξης
Σε καμιά στιγμή της η νεοελληνική πραγματικότητα δεν διαμορφώθηκε αποκλειστικά, καθοριστικά και τελεσίδικα από μια κοινωνική τάξη. H «αστική τάξη» δεν συγκέντρωνε ποτέ τα ειδοποιά γνωρίσματα της αστικής τάξης με τη δυτική έννοια / ενσάρκωνε με διαφορετικά τμήματά της άλλοτε άλλα γνωρίσματα του αστικού ήθους και έθους, ποτέ ταυτόχρονα και όλα / ποτέ δεν κατάφερε να δημιουργήσει γηγενή και αυτοτελή αστικό πολιτισμό.
Ο όρος διαδόθηκε στα πλαίσια των αναλύσεων της τοτινής ελληνικής κοινωνίας από μετριοπαθείς ή ακραίους αριστερούς κοινωνιολόγους και δημοσιολόγους. Υποδήλωνε μια άμεση ή έμμεση πολεμική / εισάγεται ως ο μεγάλος αντίμαχος της ανερχόμενης εργατικής τάξης. Επιπλέον, ο όρος χρησιμοποιήθηκε από τους δυτικούς κοινωνιολόγους στις αναλύσεις τους για τις μη αναπτυγμένες χώρες, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, με ένα ιδιαίτερο σκεπτικό.
Στην Ευρώπη υπήρξε ο αντίπαλος της αριστοκρατίας και της κληρικοκρατίας, ο φορέας μιας νέας θετικής αντίληψης για την οργάνωση της ζωής και μιας ρωμαλέας νέας κοσμοθεωρίας. Επειδή στην Ελλάδα δεν βρέθηκε αστική τάξη να παίξει τέτοιο ρόλο, δεν βρέθηκαν ούτε και λογοτέχνες ή ιστορικοί για να την υμνήσουν.
Για το νέο- ελληνικό κράτος, τα κόμματα και τους πολιτικούς θεσμούς
Ο μηχανισμός της λειτουργίας του κράτους διαμορφώθηκε ως εν μέρει τερατογεννετικό και εν μέρει ιλαροτραγικό αποτέλεσμα της διασταύρωσης των πιο προηγμένων τοτινών πολιτικών θεσμών, όπως ο κοινοβουλευτισμός και η καθολική ψηφοφορία, με μια κοινωνία διεπόμενη από πατριαρχικές σχέσεις, στάσεις, νοοτροπίες και αξίες (Όλα αυτά) συνεπέφεραν μια κοινωνική κινητικότητα: δημιούργησαν καινούριες ευκαιρίες πολιτικής και κοινωνικής σταδιοδρομίας και άνοιξαν σε ευρύτερες μάζες τον δρόμο από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. — διόγκωση του κρατικού μηχανισμού (βλ. πελατειακές σχέσεις με τα κόμματα) και ενίσχυση του καθοδηγητικού ρόλου του κράτους.
Η τέτοια διόγκωση και διαμόρφωση του ελληνικού κράτους ούτε από κάποια εντόπια αστική τάξη υποκινήθηκε, ούτε την ωφέλησε. Απεναντίας, ο όγκος, η δυσκαμψία και η δαπανηρότητα του κράτους αποτέλεσε τροχοπέδη (…)
Σφάλμα να αποκαθίσταται ευθύγραμμες γραμμές ανάμεσα σε «τάξεις» και «κόμματα», ιδιαίτερα στην Ελλάδα / δεν πρέπει να παραβλέπεται η εκτεταμένη αυτονομία του πολιτικού – κομματικού παιγνιδιού ως πελατειακής σχέσης πολιτικού – ψηφοφόρου. Ο ψηφοφόρος παρέχει υποστήριξη προσδοκώντας προστασία. Ο πολιτικός εκποιεί το κράτος στους ψηφοφόρους, με αντάλλαγμα να το κατέχει ο ίδιος. / είναι κατά κανόνα δευτερεύουσες ή και απλώς προσχηματικές οι «ιδεολογικές» αντιθέσεις ή αντιθέσεις «αρχών». Στο πολιτικό φάσμα ένας πολιτικός καταλαμβάνει μια θέση γιατί όλες οι υπόλοιπες είναι κατειλημμένες / Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού για σκοπούς κομματικού οφέλους υπήρξε έργο εξίσου όλων των κομμάτων / όλα τα ελληνικά κόμματα υπήρξαν κρατικιστικά.
Ο πελατειακός χαρακτήρας των κομμάτων τα έκανε και «λαϊκά», εφ όσον η ανάγκη ταυτόχρονης εξυπηρέτησης ατόμων και ομάδων ή «κλάδων» μέσω του κράτους καθιστούσε ουσιαστικά αδύνατη την άσκηση μονοσήμαντης και συνεπούς ταξικής πολιτικής (τέτοιο θέμα δεν έμπαινε ποτέ πιεστικά. Η βαθμιαία αποσύνθεση των πατριαρχικών δομών δημιούργησε ως κύριο τμήμα του κοινωνικού κορμού μια ευρύτατη μάζα μικροαστών και μικροϊδιοκτητών, οι οποίοι μπορούσαν εξίσου καλά σε ένα «δεξιό» / «φιλελεύθερο» / «αριστερό» κόμμα. Η λεγόμενη αστική τάξη (βρέθηκε) συνήθως στα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας. Χρησιμοποιούσε τις ίδιες πελατειακές σχέσεις (…) στον τύπο της συνήθους κρατικιστικής λογικής (περισσότερη κρατική παρέμβαση).
Η «αστική τάξη» δε στάθηκε ποτέ αρκετά συγκροτημένη, ομοιογενής και ισχυρή ώστε να ταυτιστεί με την πολιτική διακυβέρνηση της χώρας. Στον 20ο αιώνα, η υποχώρηση των πατριαρχικών δομών ακολουθήθηκε από σταδιοδρόμηση στοιχείων με μικροαστική ή αγροτική προέλευση με μικροαστική καταγωγή, άρα με όχι δεδομένη ταύτιση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης.
Ακόμα περισσότερο ο κρατικός μηχανισμός, ο οποίος προερχόταν κυρίως από καθυστερημένα στρώματα (χαρακτηριζόταν από) αγραμματοσύνη, στενοκεφαλιά, κουτοπονηριά ή συμπλεγματικότητα + η ανυπέρβλητη ικανότητα του δημοσίου υπαλλήλου να προσανατολίσει τη δραστηριότητά του σε απρόσωπες, γενικές και αφηρημένες αρχές. Αντ΄ αυτού, αξίες πατριαρχικής κοινωνίας: ιδιαίτερη πατρίδα, συγγενείς, φίλοι, φίλοι των φίλων, προστάτες και προστατευόμενοι. –> συνδυασμοί άλλοτε σπαρταριστοί και άλλοτε αξιοδάκρυτοι.
Τα «τζάκια» συμφιλιώθηκαν με το κράτος μόνον από τη στιγμή που μπόρεσαν να το ελέγξουν (επιρροή στη μοναρχία – πελατειακός κοινοβουλευτισμός). Όμως το έλεγξαν για να το αδρανοποιήσουν, όπως τους υπαγόρευε ο κοινωνικός τους χαρακτήρας που ρίζωνε σε προκρατικές συνθήκες και έξεις. Έτσι οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί καταδικάστηκαν σε υποπλασία (εκσυγχρονιστική λειτουργικότητα) και υπερτροφία (ειδικό βάρος στην νεοελληνική πραγματικότητα).
"Η λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος κατάντησε να αποτελέσει το βασικό εμπόδιο στην εθνική οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη – κάτι παραπάνω: έγινε ο αγωγός της εκποίησης της χώρας με μόνο αντάλλαγμα τη δική του διαιώνιση, δηλαδή τη δυνατότητα να προβαίνει σε υλικές παροχές παίρνοντας παροχές σε ψήφους."
Π.Κονδύλης
Το βιβλίο ''Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011
Ο ΡΙΧΑΡΝΤ ΒΑΓΚΝΕΡ ΚΑΙ Ο ΤΑΝΧΟΪΖΕΡ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
Συγγραφέας:ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ ΣΑΡΛ
Charles Pierre Baudelaire
Εκδοτικός Οίκος:ΕΡΑΤΩ
Μετάφραση:ΜΑΓΟΥΛΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
Σελίδες:172
Ημερομηνία Έκδοσης:Ιούνιος 2007
Επαναπροσέγγιση των λαϊκών θρύλων και των παραδοσιακών δοξασιών και η αναγωγή τους σε εθνική κληρονομιά, είναι το ιδεολογικό και αισθητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συγκροτείται ο Ρομαντισμός και είναι δηλωτικά στοιχεία της κατεύθυνσης της φιλοσοφικής σκέψης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας σε ζητήματα που αφορούν τη γλώσσα και τον πολιτισμό των διαφόρων λαών της Ευρώπης στα τέλη του 18ου και στον 19ο αιώνα.
Στο δοκίμιό του αυτό ο Μπωντλαίρ σκιαγραφεί λεπτομερώς την αισθητική του έργου του Ρίχαρντ Βάγκνερ, του πιο αντιπροσωπευτικού μουσικού δημιουργού του Γερμανικού Ρομαντισμού, και περιγράφει αδρομερώς τους θρύλους που ενέπνευσαν τον συνθέτη καθώς και τη λειτουργία τους σαν δομή της ανθρώπινης σκέψης.
Το βιβλίο ''Ο ΡΙΧΑΡΝΤ ΒΑΓΚΝΕΡ ΚΑΙ Ο ΤΑΝΧΟΪΖΕΡ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Charles Pierre Baudelaire
Εκδοτικός Οίκος:ΕΡΑΤΩ
Μετάφραση:ΜΑΓΟΥΛΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
Σελίδες:172
Ημερομηνία Έκδοσης:Ιούνιος 2007
Επαναπροσέγγιση των λαϊκών θρύλων και των παραδοσιακών δοξασιών και η αναγωγή τους σε εθνική κληρονομιά, είναι το ιδεολογικό και αισθητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συγκροτείται ο Ρομαντισμός και είναι δηλωτικά στοιχεία της κατεύθυνσης της φιλοσοφικής σκέψης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας σε ζητήματα που αφορούν τη γλώσσα και τον πολιτισμό των διαφόρων λαών της Ευρώπης στα τέλη του 18ου και στον 19ο αιώνα.
Στο δοκίμιό του αυτό ο Μπωντλαίρ σκιαγραφεί λεπτομερώς την αισθητική του έργου του Ρίχαρντ Βάγκνερ, του πιο αντιπροσωπευτικού μουσικού δημιουργού του Γερμανικού Ρομαντισμού, και περιγράφει αδρομερώς τους θρύλους που ενέπνευσαν τον συνθέτη καθώς και τη λειτουργία τους σαν δομή της ανθρώπινης σκέψης.
Το βιβλίο ''Ο ΡΙΧΑΡΝΤ ΒΑΓΚΝΕΡ ΚΑΙ Ο ΤΑΝΧΟΪΖΕΡ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011
Ο ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ
Ο Έμπορος της Βενετίας είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Υπολογίζεται ότι γράφτηκε μεταξύ 1594 και 1597. Αν και ανήκει στις "κωμωδίες" του Σαίξπηρ, έγινε πιο γνωστό για τις δραματικές του σκηνές, όπως η σκηνή στο δικαστήριο, αλλά και για τη σκιαγράφηση του χαρακτήρα του Εβραίου Σάιλοκ, που θέτει ερωτήματα αντισημιτισμού.
Ο τίτλος του έργου αναφέρεται στον έμπορο Αντόνιο κι όχι στον ανταγωνιστή του, τον Εβραίο τοκογλύφο Σάιλοκ.
Υπόθεση του έργου
Ο Μπασάνιο, ένας νεαρός από τη Βενετία, θέλει να ταξιδέψει στο Μπελμόντε για να πολιορκήσει την όμορφη και πλούσια κληρονόμο Πόρσια. Γι' αυτό ζητά βοήθεια από το φίλο του, τον έμπορο Αντόνιο, προκειμένου να του δώσει 3000 δουκάτα για τα έξοδα του ταξιδιού του για 3 μήνες. Καθώς όλα τα πλοία του Αντόνιο δεν έχουν ακόμα ολοκληρώσει τα ταξίδια τους στη θάλασσα, ζητά δάνειο από τον Εβραίο τοκογλύφο Σάιλοκ. Καθώς ο Αντόνιο είχε καταφερθεί εναντίον του, κακόβουλα ο Σάιλοκ προτείνει τον εξής όρο στο συμβόλαιο: αν ο έμπορος Αντόνιο αδυνατεί να ξοφλήσει το δάνειό του μέσα στον ορισμένο χρόνο, ο Σάιλοκ θα πάρει μια λίβρα σάρκας από οποιοδήποτε μέρος του σώματός του. Ο Αντόνιο, έκπληκτος από τη "γενναιοδωρία" του Σάιλοκ που δε ζητεί χρήματα ως αντάλλαγμα, αποδέχται τον όρο κι έτσι ο Μπασάνιο, μαζί με το φίλο του, Γκρατσιάνο, φεύγουν για το Μπελμόντε.
Στο Μπελμόντε, η Πόρσια πολιορκείται από μνηστήρες. Στη διαθήκη, όμως, που άφησε ο πατέρας της, έχει ως όρο ότι όλοι οι μνηστήρες θα πρέπει να διαλέξουν ένα από τρία κουτιά: ένα χρυσό, ένα ασημένιο κι ένα από μολύβι. Ένα από τα τρία περιέχει ένα μικρό πορτρέτο της Πόρσια κι αυτός που θα το βρει θα την κερδίσει. Μετά από δυο αποτυχημένες προσπάθειες από τους Πρίγκιπες του Μαρόκου και της Αραγωνίας, ο Μπασάνιο διαλέγει το μολυβένιο κουτί και κερδίζει την Πόρσια. Τα άλλα δυο κουτιά περιέχουν περιπαικτικούς στίχους: από εδώ προέρχεται κι η γνωστή φράση "Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός".
Στη Βενετία, μαθαίνεται πως όλα τα καράβια του έμπορου Αντόνιο έχουν χαθεί στη θάλασσα κι έτσι αδυνατεί να ξεπληρώσει το δάνειο. Ο Σάιλοκ βάζει να συλλάβουν τον Αντόνιο, αποφασισμένος να πάρει εκδίκηση από τους Χριστιανούς, καθώς η κόρη του, Τζέσικα, κλέφτηκε με το νεαρό Λορέντζο κι έγινε Χριστιανή. Τα νέα φτάνουν στο Μπελμόντε, όπου οι δυο νιόπαντροι φίλοι, Μπασάνιο και Γκρατσιάνο, επιστρέφουν εσπευσμένα στη Βενετία, ενώ οι σύζυγοί τους, Πόρσια και Νερίσσα, αποφασίζουν να συμβουλευτούν το δικηγόρο Μπελάριο, ξάδερφο της Πόρσια στην Πάδοβα.
Η δραματική κορύφωση του έργου πραγματοποείται στο δικαστήριο του Δόγη της Βενετίας. Ο Αντόνιο προσφέρεται να αποζημιώσει το Σάιλοκ με τα διπλά χρήματα (6000 δουκάτα), αλλά ο τοκογλύφος επιμένει κι απαιτεί μια λίβρα σάρκας από τον έμπορο. Ο Δούκας συμβουλεύεται τον Μπαλτάσαρ, έναν νεαρό μελετητή του νόμου, που έχει καταφτάσει με το βοηθό του, που δεν είναι παρά η Πόρσια κι η Νερίσα μεταμφιεσμένες. Η Πόρσια ζητά από το Σάιλοκ να δείξει έλεος, αλλά εκείνος αρνείται, οπότε το δικαστήριο του επιτρέπει να πάρει αυτό που ζητά από τον Αντόνιο.
Την τελευταία στιγμή, η Πόρσια αναδεικνύει μια λεπτομέρεια: ο όρος έλεγε να αφαιρεθεί μια λίβρα σάρκας, άρα όχι αίμα. Αν ο Σάιλοκ έχυνε αίμα του Αντόνιο, όλη η περιουσία του θα κατασχόταν. Ηττημένος, ο Σάιλοκ αποδέχεται την πληρωμή του με χρήματα, αλλά η Πόρσια αναφέρει ότι η περιουσία του πρέπει να κατασχεθεί, μισή από την κυβέρνηση και μισή από τον έμπορο Αντόνιο, επειδή αποπειράθηκε να αφαιρέσει τη ζωή ενός πολίτη. Ο Δούκας χαρίζει τη ζωή στο Σάιλοκ κι ο Αντόνιο παραχωρεί το μερίδιό του στο Λορέντζο και τη Τζέσικα, ενώ με παρέμβασή του, ο Δούκας υπόσχεται να παραχωρήσει το μισό της περιουσίας του στο Σάιλοκ, αν γίνει Χριστιανός.
Μπασάνιο δεν αναγνωρίζει τη μεταμφιεσμένη σύζυγό του και δέχεται να της προσφέρει ένα δώρο. Ο "Μπαλτάζαρ" ζητά τα γάντια και το δαχτυλίδι του κι εκείνος απρόθυμα τα δίνει, καθώς είχε υποσχεθεί στην Πόρσια να μην τα αποχωριστεί ποτέ. Όταν γυρίζουν στο Μπελμόντε, ταλαιπωρούν τους συζύγους τους, αλλά τελικά τους αποκαλύπτουν τη μεταμφίεσή τους. Όλοι καταλήγουν ευτυχισμένοι, εκτός από το Σάιλοκ, καθώς ο Αντόνιο τελικά μαθαίνει ότι τα πλοία του δε βυθίστηκαν και γύρισαν στη Βενετία.
Το ζήτημα του αντισημιτισμού του έργου
Οι Εβραίοι της Αγγλίας εκδιώχθηκαν κατά το Μεσαίωνα κι επέστρεψαν με την άνοδο του Όλιβερ Κρόμγουελ. Σε διάφορα θεατρικά έργα, ο χαρακτήρας τους έμοιαζε με καρικατούρα: άρπαγες με μυτερή μύτη και κατακόκκινη περούκα, ενώ χαρακτηρίζονταν κακοί, απατεώνες και άπληστοι. Κατά το 17ο αιώνα, οι Εβραίοι υποχρεούνταν να φορούν το χαρακτηριστικό κόκκινο καπέλο δημοσίως, αλλιώς απειλούνταν ακόμη και με θανατική ποινή. Επίσης, έπρεπε να ζουν σε γκέτο για την υποτιθέμενη ασφάλειά τους. Πολλοί μελετητές, λοιπόν, βλέπουν αυτό το έργο του Σαίξπηρ σαν συνέχιση της αντισημιτικής αυτής παράδοσης. Μια ερμηνεία του έργου είναι ότι ο Σαίξπηρ ήθελε να τονίσει την αντίθεση ανάμεσα στο έλεος που δείχνουν οι Χριστιανοί χαρακτήρες και την εκδικητικότητα ενός Εβραίου.
πηγή:http://el.wikipedia.org/
Συγγραφέας:ΣΑΙΞΠΗΡ ΟΥΙΛΛΙΑΜ
Εκδοτικός Οίκος:ΚΕΔΡΟΣ
Σελίδες:136
Η ιστορία του έργου είναι επηρεασμένη από διάφορους μύθους και παραμύθια της Ελλάδας, Αιγύπτου, Ανατολής, Βυζαντίου και Αναγέννησης. Κύρια θέματά του είναι η υποκειμενική ερμηνεία των νόμων, η αντιπαράθεση αξιών και κυρίως οι διαπροσωπικές σχέσεις στην ακμάζουσα Βενετία του 16ου αιώνα. Η επιτυχία που γνώρισε το έργο οφείλεται κυρίως στη λαϊκότητα του μύθου, στη άψογη δραματουργική του δομή, στη σωστή σκιαγράφηση των χαρακτήρων, στα θαυμάσια κωμικά ευρήματα και πάνω από όλα, στον απαράμιλλο ποιητικό λόγο του Σαίξπηρ.
Το βιβλίο ''Ο ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
ΔΙΑΣΗΜΑ ΦΟΡΗΤΑ ΟΠΛΑ ΑΠΟ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Ένας πλήρως εικονογραφημένος οδηγός με περισσότερους από 200 τύπους παλαιών και σύγχρονων όπλων
Συγγραφέας : Δημόπουλος Θεόδωρος
Σελίδες : 224
Κατά την περίοδο από τον 19ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας, η εξέλιξη των φορητών πυροβόλων όπλων υπήρξε θεαματική. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως στο παραπάνω διάστημα παρουσιάστηκαν οι σπουδαιότερες κατασκευαστικές καινοτομίες, που μέχρι σήμερα διέπουν τη λειτουργία των όπλων. Στον παρόντα εικονογραφημένο με πλήθος φωτογραφιών - αρκετές από τις οποίες πρωτότυπες - οδηγό, περιλαμβάνονται περισσότερα από 220 όπλα, συνοδευόμενα από το ιστορικό της εξέλιξης τους, την υιοθέτηση και χρήση τους από διάφορες στρατιωτικές ή αστυνομικές δυνάμεις ανά τον κόσμο, καθώς και τα κύρια τεχνικά χαρακτηριστικά τους. Έμφαση δόθηκε προκειμένου να συμπεριληφθούν όπλα με ιδιαίτερο "ελληνικό" ενδιαφέρον, παρέχοντας έτσι στον Έλληνα αναγνώστη έναν πλήρη, στα πλαίσια του δυνατού, οδηγό των πλέον διάσημων φορητών όπλων από όλο τον κόσμο.
Το βιβλίο ''ΔΙΑΣΗΜΑ ΦΟΡΗΤΑ ΟΠΛΑ ΑΠΟ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Συγγραφέας : Δημόπουλος Θεόδωρος
Σελίδες : 224
Κατά την περίοδο από τον 19ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας, η εξέλιξη των φορητών πυροβόλων όπλων υπήρξε θεαματική. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως στο παραπάνω διάστημα παρουσιάστηκαν οι σπουδαιότερες κατασκευαστικές καινοτομίες, που μέχρι σήμερα διέπουν τη λειτουργία των όπλων. Στον παρόντα εικονογραφημένο με πλήθος φωτογραφιών - αρκετές από τις οποίες πρωτότυπες - οδηγό, περιλαμβάνονται περισσότερα από 220 όπλα, συνοδευόμενα από το ιστορικό της εξέλιξης τους, την υιοθέτηση και χρήση τους από διάφορες στρατιωτικές ή αστυνομικές δυνάμεις ανά τον κόσμο, καθώς και τα κύρια τεχνικά χαρακτηριστικά τους. Έμφαση δόθηκε προκειμένου να συμπεριληφθούν όπλα με ιδιαίτερο "ελληνικό" ενδιαφέρον, παρέχοντας έτσι στον Έλληνα αναγνώστη έναν πλήρη, στα πλαίσια του δυνατού, οδηγό των πλέον διάσημων φορητών όπλων από όλο τον κόσμο.
Το βιβλίο ''ΔΙΑΣΗΜΑ ΦΟΡΗΤΑ ΟΠΛΑ ΑΠΟ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011
Ο θάνατος του Καραϊσκάκη Συμπτωματικό γεγονός ή οργανωμένη δολοφονία;
Ο Καραϊσκάκης είναι η πιο καταπληκτική, ίσως και η πιο δραματική μορφή από τους αγωνιστές του '21 Περίφημος κλέφτης του Κατσαντώνη, αρματολός των Αγράφων, στρατάρχης της Ρούμελης, αρχιστράτηγος της Ελλάδας και προπαντός γνήσιος λαϊκός ηγέτης.
Γεννήθηκε το 1782 στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στη Σκουληκαριά της Άρτας, από "καλογριά" τη Ζωή Ντιμισκή.
Η μάνα του επίσης κατάγονταν από το χωριό Σκουλικαριά της Άρτας.
Ο Καραϊσκάκης πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια κοντά στην οικογένεια ενός σαρακατσάνου τσέλιγκα γιατί μόλις έγινε οκτώ χρονών πέθανε η μάνα του κι έτσι μεγάλωσε ανάμεσα στους ξένους τρώγοντας "ξύλο και μπομπότα", πότε στο Μαυρομμάτι και πότε στη Γράλιστα και Λεοντίτο.
Από μικρός κατατάχτηκε στα αρματολίτικα σώματα των Αγράφων, όπου ξεχώρισε για την παλικαριά και την εξυπνάδα του. Διετέλεσε πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη και ήταν ένας από τους τρεις που πυροβόλησαν και σκότωσαν το Βεληγκέκα.
Αναμείχθηκε στους πολέμους του Αλή Πασά των Ιωαννίνων άλλοτε ως σύμμαχος και άλλοτε ως αντίπαλος. Αντιπροσώπευσε τα Άγραφα σε σύσκεψη μυημένων στα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας για την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα που πραγματοποιήθηκε στη Λευκάδα το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 1821.
Δεν πήρε μέρος στα πρώτα χρόνια της επανάστασης γιατί η Διοίκηση και κυρίως ο Μαυροκορδάτος τον υποψιάζονταν πως ήταν σε συνεννόηση με τους Τούρκους.
Η διαμάχη εξάλλου ανάμεσα στους προύχοντες και τους οπλαρχηγούς οδήγησε και τα δυο μέρη πολλές φορές σε ακρότητες. Στη συνέχεια έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, η δε γενναιότητά του καθώς και τα χωρατά του έμειναν στην ιστορία.
Μετά την πτώση του Μεσολογγίου (1826 μ.Χ.) έγινε Αρχιστράτηγος της Στερεάς κι άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του Κιουταχή που τον νίκησε στην Αράχωβα, στο Δίστομο, στη Δόμβραινα και αλλού, εφαρμόζοντας με επιτυχία τον ανταρτοπόλεμο και καταστρέφοντας τις εφοδιοπομπές του εχθρού.
Ιδιαίτερα η νίκη στην Αράχωβα το Νοέμβριο του 1826 είχε τεράστια απήχηση και πολύ μεγάλη σημασία για την επανάσταση που μέχρι εκείνη τη στιγμή έδειχνε ότι σχεδόν είχε σβήσει.
Στη συνέχεια όμως η Κυβέρνηση έκαμε το λάθος να αναθέσει την Αρχιστρατηγία του Αγώνα στον Άγγλο Τσόρτς, που δεν γνώριζε καλά τα πράγματα στην Ελλάδα.
Επεδίωκε κατά μέτωπο επίθεση εναντίον του Κιουταχή που πολιορκούσε την Ακρόπολη στην Αθήνα, ενώ ο Καραϊσκάκης ζητούσε αποκλεισμό των Τούρκων από στεριά και θάλασσα, για να αναγκαστούν να υποχωρήσουν.
Οι ισχυρές επαναστατικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην περιοχή με αρχηγό τον Καραϊσκάκη περίμεναν εντολές για να κινηθούν ανάλογα.
Στις 22 Απριλίου 1827 έγινε μια μικροσυμπλοκή μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στην περιοχή του σημερινού Νέου Φαλήρου και ο Καραϊσκάκης που ήταν άρρωστος άσχημα, βγήκε από τη σκηνή του να την σταματήσει, γιατί ήταν απρογραμμάτιστη.
Μια σφαίρα όμως που κανείς δεν έμαθε ποτέ από που προερχόταν, τον χτύπησε θανάσιμα και πέθανε την επόμενη 23 Απριλίου ημέρα της ονομαστικής του γιορτής.
Ο θάνατος του "Αχιλλέα της Ρωμιοσύνης", όπως χαρακτήρισε τον Καραϊσκάκη ο μεγάλος μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, είχε συγκλονιστική απήχηση και βύθισε στο πένθος όλους τους Έλληνες.
Ιδιαίτερα το στράτευμα, δίχως τον αρχηγό του αλλά και χωρίς ηθικό, αναγκασμένο να υπακούει στον Άγγλο ναύαρχο Κόχραν μια μέρα αργότερα έπαθε πανωλεθρία στο Φάληρο και ολοκληρώθηκε έτσι η συμφορά μετά το χαμό του Καραϊσκάκη.
Η αθυροστομία και τα αστεία του Καραϊσκάκη.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης φημιζόταν για την αθυροστομία και τα χωρατά του.
Μια φορά ήταν άρρωστος στο στρατόπεδο του Πειραιά.
Φώναξε κάποιον κομπογιαννίτη να τον κοιτάξει.
Βάζει ένα παλικάρι κάτω από τα σκεπάσματα και μόλις μπαίνει ο γιατρός, δίνει με τρόπο όχι το δικό του χέρι, μα του παλικαριού.
Το πιάνει εκείνος σοβαρά και κάνει να μετρήσει το σφυγμό του.
«Οι δυνάμεις σου, στρατηγέ μου, πέσανε πολύ», του λέει.
Με μια κίνηση πετά ο Καραϊσκάκης πέρα τα σκεπάσματα και μένει ξερός ο γιατρός με τον ξένο καρπό στο χέρι.
«Ο π…ος μου έπεσε, ωρέ, όχι οι δυνάμεις μου!», του λέει.
Ο Καραϊσκάκης, όταν οργιζόταν, έβριζε σκληρά όχι μόνο στρατιώτες, αλλά και οπλαρχηγούς και στρατηγούς ακόμα.
Οι ηπιότερες από τις βρισιές του ήταν σαπιοκοιλιά και παλιογελάδα.
Αλλά αυτό δεν το έκανε από μοχθηρία.
΄Επειτα από λίγο μετάνιωνε και με δάκρυα στα μάτια απευθυνόταν στους αγανακτισμένους στρατιώτες του για να πει: «Τι θυμώνετε! Κι εγώ είμαι… είμαι ο γιος της καλογριάς».
Ο Καραϊσκάκης ήταν εντελώς αγράμματος. Την υπογραφή του έμαθε να τη βάζει μόλις το 1825. Κι αυτή την έβαζε ανορθόγραφα: «Καραησκάκης».
πηγή:http://esxatianasxesi.blogspot.com/2011/01/1782-1827.html
Ο θάνατος του Καραϊσκάκη
Συμπτωματικό γεγονός ή οργανωμένη δολοφονία;
Συγγραφέας: Δημήτρης Σταμέλος
Εκδότης: Εστία
Αριθμός Σελίδων: 174
Έτος Έκδοσης: 01-2003
Ο θάνατος του Καραϊσκάκη στο Φάληρο, τον Απρίλη του 1827, υπήρξε οριακός σταθμός των στρατιωτικών και πολιτικών εξελίξεων στη χώρα μας και αφορμή ξενικής επέμβασης κ εξάρτησης που διαμόρφωσε τελικά την κοινωνική δομή της μεταπελευθερωτικής Ελλάδας. Τα επακόλουθα του θανάτου του (καταστροφή στον Ανάλατο και διάλυση του στρατοπέδου του στον Πειραιά, το μεγαλύτερο στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821) στάθηκαν ολέθρια για ολόκληρο το επαναστατικό κίνημα, γιατί ανέβαλαν την απελευθέρωση, περιόρισαν τις ελληνικές περιοχές που λευτερώθηκαν, νόθευσαν τις βαθύτερες προοπτικές του Αγώνα.
Το βιβλίο ''Ο θάνατος του Καραϊσκάκη Συμπτωματικό γεγονός ή οργανωμένη δολοφονία;'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Γεννήθηκε το 1782 στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στη Σκουληκαριά της Άρτας, από "καλογριά" τη Ζωή Ντιμισκή.
Η μάνα του επίσης κατάγονταν από το χωριό Σκουλικαριά της Άρτας.
Ο Καραϊσκάκης πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια κοντά στην οικογένεια ενός σαρακατσάνου τσέλιγκα γιατί μόλις έγινε οκτώ χρονών πέθανε η μάνα του κι έτσι μεγάλωσε ανάμεσα στους ξένους τρώγοντας "ξύλο και μπομπότα", πότε στο Μαυρομμάτι και πότε στη Γράλιστα και Λεοντίτο.
Από μικρός κατατάχτηκε στα αρματολίτικα σώματα των Αγράφων, όπου ξεχώρισε για την παλικαριά και την εξυπνάδα του. Διετέλεσε πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη και ήταν ένας από τους τρεις που πυροβόλησαν και σκότωσαν το Βεληγκέκα.
Αναμείχθηκε στους πολέμους του Αλή Πασά των Ιωαννίνων άλλοτε ως σύμμαχος και άλλοτε ως αντίπαλος. Αντιπροσώπευσε τα Άγραφα σε σύσκεψη μυημένων στα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας για την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα που πραγματοποιήθηκε στη Λευκάδα το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 1821.
Δεν πήρε μέρος στα πρώτα χρόνια της επανάστασης γιατί η Διοίκηση και κυρίως ο Μαυροκορδάτος τον υποψιάζονταν πως ήταν σε συνεννόηση με τους Τούρκους.
Η διαμάχη εξάλλου ανάμεσα στους προύχοντες και τους οπλαρχηγούς οδήγησε και τα δυο μέρη πολλές φορές σε ακρότητες. Στη συνέχεια έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, η δε γενναιότητά του καθώς και τα χωρατά του έμειναν στην ιστορία.
Μετά την πτώση του Μεσολογγίου (1826 μ.Χ.) έγινε Αρχιστράτηγος της Στερεάς κι άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του Κιουταχή που τον νίκησε στην Αράχωβα, στο Δίστομο, στη Δόμβραινα και αλλού, εφαρμόζοντας με επιτυχία τον ανταρτοπόλεμο και καταστρέφοντας τις εφοδιοπομπές του εχθρού.
Ιδιαίτερα η νίκη στην Αράχωβα το Νοέμβριο του 1826 είχε τεράστια απήχηση και πολύ μεγάλη σημασία για την επανάσταση που μέχρι εκείνη τη στιγμή έδειχνε ότι σχεδόν είχε σβήσει.
Στη συνέχεια όμως η Κυβέρνηση έκαμε το λάθος να αναθέσει την Αρχιστρατηγία του Αγώνα στον Άγγλο Τσόρτς, που δεν γνώριζε καλά τα πράγματα στην Ελλάδα.
Επεδίωκε κατά μέτωπο επίθεση εναντίον του Κιουταχή που πολιορκούσε την Ακρόπολη στην Αθήνα, ενώ ο Καραϊσκάκης ζητούσε αποκλεισμό των Τούρκων από στεριά και θάλασσα, για να αναγκαστούν να υποχωρήσουν.
Οι ισχυρές επαναστατικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην περιοχή με αρχηγό τον Καραϊσκάκη περίμεναν εντολές για να κινηθούν ανάλογα.
Στις 22 Απριλίου 1827 έγινε μια μικροσυμπλοκή μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στην περιοχή του σημερινού Νέου Φαλήρου και ο Καραϊσκάκης που ήταν άρρωστος άσχημα, βγήκε από τη σκηνή του να την σταματήσει, γιατί ήταν απρογραμμάτιστη.
Μια σφαίρα όμως που κανείς δεν έμαθε ποτέ από που προερχόταν, τον χτύπησε θανάσιμα και πέθανε την επόμενη 23 Απριλίου ημέρα της ονομαστικής του γιορτής.
Ο θάνατος του "Αχιλλέα της Ρωμιοσύνης", όπως χαρακτήρισε τον Καραϊσκάκη ο μεγάλος μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, είχε συγκλονιστική απήχηση και βύθισε στο πένθος όλους τους Έλληνες.
Ιδιαίτερα το στράτευμα, δίχως τον αρχηγό του αλλά και χωρίς ηθικό, αναγκασμένο να υπακούει στον Άγγλο ναύαρχο Κόχραν μια μέρα αργότερα έπαθε πανωλεθρία στο Φάληρο και ολοκληρώθηκε έτσι η συμφορά μετά το χαμό του Καραϊσκάκη.
Η αθυροστομία και τα αστεία του Καραϊσκάκη.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης φημιζόταν για την αθυροστομία και τα χωρατά του.
Μια φορά ήταν άρρωστος στο στρατόπεδο του Πειραιά.
Φώναξε κάποιον κομπογιαννίτη να τον κοιτάξει.
Βάζει ένα παλικάρι κάτω από τα σκεπάσματα και μόλις μπαίνει ο γιατρός, δίνει με τρόπο όχι το δικό του χέρι, μα του παλικαριού.
Το πιάνει εκείνος σοβαρά και κάνει να μετρήσει το σφυγμό του.
«Οι δυνάμεις σου, στρατηγέ μου, πέσανε πολύ», του λέει.
Με μια κίνηση πετά ο Καραϊσκάκης πέρα τα σκεπάσματα και μένει ξερός ο γιατρός με τον ξένο καρπό στο χέρι.
«Ο π…ος μου έπεσε, ωρέ, όχι οι δυνάμεις μου!», του λέει.
Ο Καραϊσκάκης, όταν οργιζόταν, έβριζε σκληρά όχι μόνο στρατιώτες, αλλά και οπλαρχηγούς και στρατηγούς ακόμα.
Οι ηπιότερες από τις βρισιές του ήταν σαπιοκοιλιά και παλιογελάδα.
Αλλά αυτό δεν το έκανε από μοχθηρία.
΄Επειτα από λίγο μετάνιωνε και με δάκρυα στα μάτια απευθυνόταν στους αγανακτισμένους στρατιώτες του για να πει: «Τι θυμώνετε! Κι εγώ είμαι… είμαι ο γιος της καλογριάς».
Ο Καραϊσκάκης ήταν εντελώς αγράμματος. Την υπογραφή του έμαθε να τη βάζει μόλις το 1825. Κι αυτή την έβαζε ανορθόγραφα: «Καραησκάκης».
πηγή:http://esxatianasxesi.blogspot.com/2011/01/1782-1827.html
Ο θάνατος του Καραϊσκάκη
Συμπτωματικό γεγονός ή οργανωμένη δολοφονία;
Συγγραφέας: Δημήτρης Σταμέλος
Εκδότης: Εστία
Αριθμός Σελίδων: 174
Έτος Έκδοσης: 01-2003
Ο θάνατος του Καραϊσκάκη στο Φάληρο, τον Απρίλη του 1827, υπήρξε οριακός σταθμός των στρατιωτικών και πολιτικών εξελίξεων στη χώρα μας και αφορμή ξενικής επέμβασης κ εξάρτησης που διαμόρφωσε τελικά την κοινωνική δομή της μεταπελευθερωτικής Ελλάδας. Τα επακόλουθα του θανάτου του (καταστροφή στον Ανάλατο και διάλυση του στρατοπέδου του στον Πειραιά, το μεγαλύτερο στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821) στάθηκαν ολέθρια για ολόκληρο το επαναστατικό κίνημα, γιατί ανέβαλαν την απελευθέρωση, περιόρισαν τις ελληνικές περιοχές που λευτερώθηκαν, νόθευσαν τις βαθύτερες προοπτικές του Αγώνα.
Το βιβλίο ''Ο θάνατος του Καραϊσκάκη Συμπτωματικό γεγονός ή οργανωμένη δολοφονία;'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ
«O Παπαδιαμάντης δεν έγραψε για ν' αποδείξει κάτι, αλλά για να υπηρετήσει το κοινό ελληνικό αίσθημα, τον παράξενο τρόπο των Eλλήνων, αυτόν τον τρόπο που σήμερα πολεμάμε με όλες μας τις δυνάμεις, μπλεγμένοι στην άρνηση της ζωής και στην αισθητικοποίηση του θανάτου. O άνθρωπος αυτός δέχτηκε να σηκώσει ένα βάρος χωρίς να κερδίσει τίποτα, και η φήμη που του παραχωρούμε σήμερα περισσότερο δείχνει τι προσπαθούμε να κερδίσουμε εμείς χωρίς κανέναν απολύτως κόπο, όλοι εμείς που δεν δεχόμαστε ότι υπάρχει κάποιο σημάδι ή κάποιο νήμα που να μας οδηγεί σ' αυτό που είμαστε κι όχι σ' εκείνο που θέλουμε να είμαστε βιάζοντας τον εαυτό μας. Mε δύο λόγια, εμείς πρέπει να πλησιάσουμε τον Παπαδιαμάντη κι όχι να προσπαθήσουμε να τον φέρουμε στα νερά μας».
XΡΗΣΤΟΣ BΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
Aπό το Xάος στο χαρτί
Το βιβλίο ''ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
XΡΗΣΤΟΣ BΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
Aπό το Xάος στο χαρτί
Το βιβλίο ''ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011
ΑΙΜΑΤΗΡΗ ΑΛΗΘΕΙΑ 1955-1974 BLOODY TRUTH
Α Ν Τ Ε Π Ι Θ Ε Σ Η της αλήθειας ενάντια στην παραχάραξη και τη διαστρέβλωση. Απόκρουση των συστηματικών επιχειρήσεων πλύσης εγκεφάλου και ξεδόντιασμα της οργιάζουσας προπαγάνδας. Προέλαση σωσίβιας της μνήμης κατά της υπονομευτικής λήθης. Αυτοί θα μπορούσαν να είναι τρεις διευκρινιστικοί υπότιτλοι, ενός σπουδαίου δίγλωσσου βιβλίου, ελληνικού και αγγλικού, που με τον τίτλο «Αιματηρή αλήθεια - Bloody truth 1955-1974», κυκλοφόρησε η Κίνηση για Ελευθερία & Δικαιοσύνη στην Κύπρο.
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ αφορά και αναλύει το Κυπριακό. Κατ’ ακρίβειαν, τα σχέδια, την πολιτική και τις μεθοδεύσεις της Αγγλίας και της Τουρκίας εναντίον της Κύπρου. Πρώτα εναντίον του εθνικοαπελευθερωτικού αντιαποικιακού αγώνα του κυπριακού Ελληνισμού και ύστερα εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με διαρκή στόχο τη μετατροπή της Κύπρου σε τουρκο-βρετανικό προτεκτοράτο. Από τη δεκαετία του ’50 ως τις μέρες μας. Το σημαντικότατο του βιβλίου είναι ότι το περιεχόμενό του τεκμηριώνεται και «δένεται» κυρίως με τις βρετανικές και τουρκικές πηγές. Εκείνη την «κοινή γραμμή» Εγγλέζων και Τούρκων, από πριν το πογκρόμ των Σεπτεμβριανών του 1955 εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως, μέχρι και το Σχέδιο Ανάν.
Σ Η Μ Α Ν Τ Ι Κ Ο μέρος του βιβλίου «Αιματηρή αλήθεια», αναφέρεται στο περιλάλητο «Σχέδιο Ακρίτας», που η διαστρέβλωσή του υπήρξε «αιχμή του δόρατος» της τουρκικής και φιλοτουρκικής προπαγάνδας. Εναντίον αυτής της προπαγάνδας, διεθνώς, λειτουργεί στοχευμένα και το δίγλωσσο του βιβλίου.
Στο βιβλίο αυτό αναφέρονται τα πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν στην Κύπρο από πριν το 1950 μέχρι και σήμερα, όπως τεκμηριώνονται μέσα από αυθεντικά έγγραφα. Η συγγραφική ομάδα απαρτίζεται από αριθμό έγκυρων μελετητών και ερευνητών από την Κύπρο και το εξωτερικό, οι οποίοι επιθυμούν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους. Είναι γι’ αυτό που την ευθύνη για την έκδοση του βιβλίου ανέλαβε το Νομικό Πρόσωπο της Κίνησης για Ελευθερία και Δικαιοσύνη στην Κύπρο. Η ανωνυμία των συγγραφέων σε καμία περίπτωση δεν περιορίζει την αξιοπιστία του έργου, καθ’ ότι οι πηγές είναι λεπτομερέστατες και αδιαμφισβήτητες.
Τα ιστορικά γεγονότα τεκμηριώνονται μέσα από αρχειακό υλικό του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών (Foreign Office), της Ελλαδικής και Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών, της Αστυνομίας της Τουρκίας, των Βρετανικών Μυστικών Υπηρεσιών, των κατά καιρούς Βρετανών Πρεσβευτών στην Άγκυρα και Βρετανών Κυβερνητών την Κύπρο (ιδιαίτερα του σερ Χιού Φουτ, 1957-1960), του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου, της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο και των αρχείων των Βρετανικών Υπουργείων Άμυνας, Αεροπορίας και Κοινοπολιτείας.
Η ανάγκη που παρακίνησε τους επιμελητές της έκδοσης προς την συγγραφή και δημοσίευση του εν λόγω ιστορικού πονήματος ήταν η σύγχυση που επικρατεί γύρω από την σύγχρονη κυπριακή ιστορία, κυρίως δε για την περίοδο 1950-1974. Τα γεγονότα της περιόδου αυτής έχουν κατά κόρον χρησιμοποιηθεί από την τουρκική προπαγάνδα, με στόχο την δημιουργία διχοτομικών τετελεσμένων στην Κύπρο. Δυστυχώς όμως η ελληνική κυπριακή πλευρά δεν αντέταξε μέχρι στιγμής συνεκτική επιχειρηματολογία, αφήνοντας την τουρκική προπαγάνδα να παρουσιάζει τα γεγονότα αναλόγως των συμφερόντων της κατοχικής δύναμης. Ως ιδιαίτερα σημαντική μπορεί να θεωρηθεί η καταγραφή των γεγονότων της περιόδου 1963-64 και της καθοδηγούμενης από την ΤΜΤ και την Άγκυρα τουρκανταρσίας.
Μια περίοδος για την οποία πολλά ανακριβή έχουν ακουστεί και γραφτεί από Ελληνοκύπριους, ακόμα δε και από ανώτατους αξιωματούχους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το βιβλίο «Αιματηρή Αλήθεια/Bloody Truth», έρχεται την κατάλληλη στιγμή για να εξοβελίσει την ημιμάθεια που εσκεμμένα συντηρεί η προπαγάνδα, δημιουργώντας ιστορικούς φρανκεστάιν του τύπου: «Και αυτοί μας έκαναν, και εμείς τους κάναμε, άρα φταίμε όλοι».
Το βιβλίο ''ΑΙΜΑΤΗΡΗ ΑΛΗΘΕΙΑ 1955-1974 BLOODY TRUTH'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011
Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς - Παραμύθια και παραδόσεις της Ιρλανδίας
Ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς (αγγλ. William Butler Yeats) (13 Ιουνίου 1865, Δουβλίνο-28 Ιανουαρίου 1939, Γαλλία), γιος του Ιρλανδού ζωγράφου Τζον Μπάτλερ Γέιτς, θεωρείται ένας από τους κορυφαίους αγγλόφωνους ποιητές του 20ού αιώνα. Ασχολήθηκε με την ποίηση, την πεζογραφία, το θέατρο, το δοκίμιο και τη μελέτη. Στο έργο του διαφαίνεται η αγάπη του για τους μύθους και της παραδόσεις της πατρίδας του, της Ιρλανδίας. Καθιέρωσε το κελτικό "στυλ", με θέματα από την κελτική μυθολογία.
Το 1923 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Γεννήθηκε στο προάστιο του Σάντιμαουντ στο Νότιο Δουβλίνο. Είχε άλλα τρία μικρότερα αδέρφια, τον Τζακ (1871-1957), την Ελίζαμπεθ (1868-1940) και τη Σούζαν (1866-1949): όλοι τους ακολούθησαν κατά κάποιον τρόπο καλλιτεχνική πορεία. Όταν ήταν δυο ετών, η οικογένειά του μετακόμισε από το Δουβλίνο στο Σλίγκο κι έπειτα στο Λονδίνο λόγω της καλλιτεχνικής δραστηριότητας του πατέρα, Τζον Μπάτλερ Γέιτς, που ήταν ζωγράφος. Τα παιδιά της οικογένειας έλαβαν μόρφωση κατ' οίκον, ενώ η μητέρα τους, που νοσταλγούσε την Ιρλανδία, τους αφηγούνταν παραδοσιακές ιστορίες και παραμύθια από την πατρίδα τους.
Το 1877, ο Γέιτς πηγαίνει στη Σχολή Γκόντολφιν, όπου έχει μέτριες σχολικές επιδόσεις. Ξυπνά μέσα του ο ιρλανδικός πατριωτισμός. Για οικονομικούς λόγους, η οικογένεια επιστρέφει στο Δουβλίνο στα τέλη της δεκαετίας του 1880, αρχικά διαμένοντας στο κέντρο της πόλης κι έπειτα μετακομίζοντας στο προάστιο Χωθ.
Κατά τα έτη 1881-1883, ο Γέιτς τελειώνει το Λύκειο, ενώ περνάει αρκετό χρόνο του στο ατελιέ του πατέρα του, όπου και έρχεται σε επαφή με πληθώρα καλλιτεχνών και συγγραφέων του Δουβλίνου. Από το 1884 ως το 1886, φοιτά στο Metropolitan School of Art.Κατά αυτή την περίοδο ξεκινάει να γράφει και τα πρώτα του ποιήματα και το 1885 τα εκδίδει, μαζί με ένα δοκίμιο ("Η ποίηση του Σερ Σάμιουελ Φέργκιουσον") στο Dublin University Review. Τα πρώτα αυτά ποιήματα του Γέιτς έχουν επηρεαστεί έντονα από το στυλ των Προραφαηλιτών ποιητών και την ποίηση του Πέρσι Σέλλεϋ, ενώ λίγο αργότερα στρέφεται στους μύθους, στη λαϊκή ιρλανδική παράδοση και στην ποίηση του Ουίλιαμ Μπλέικ.
Το 1889, ο Γέιτς γνωρίζει τη Μωντ Γκον, νεαρή κληρονόμο, οπαδό του εθνικιστικού ιρλανδικού κινήματος. Φανερά γοητευμένος από την ομορφιά της, της κάνει πρόταση γάμου αρκετές φορές μέχρι το 1901, εκείνη όμως αρνείται και τελικά παντρεύεται τον εθνικιστή Τζον ΜακΜπράιντ το 1903. Ωστόσο, η μορφή της επηρέασε την ποίησή του, καθώς αποτέλεσε έμπνευση για κάποια από τα ερωτικά του ποιήματα.
Το 1896, γνωρίζει τη Λαίδη Γκρέγκορι μέσω του κοινού τους γνωστού, Έντουαρντ Μάρτιν. Η Λαίδη Γκρέγκορι ενθαρρύνει τον πατριωτισμό του Γέιτς και τον πείθει να συγγράψει θεατρικά έργα.
Στις 27 Δεκεμβρίου 1904, ιδρύει μαζί με τη Λαίδη Γκρέγκορι και άλλους Ιρλανδούς συγγραφείς το Abbey Theatre στο Δουβλίνο, όπου παρουσιάζει θεατρικά του έργα καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Victor Plarr, Sturge Moore, William Butler Yeats, Wilfred Scawen Blunt, Pound, Richard Aldington, and Frank Flint, Sussex, England, January 1914
Το 1913, ο Γέιτς γνώρισε τον Αμερικανό ποιητή Έζρα Πάουντ στο Λονδίνο, ο οποίος για τα επόμενα χρόνια βρέθηκε κοντά του.
Το 1916, σε ηλικία 51 ετών, έκανε πρόταση γάμου στην κατά 27 χρόνια νεότερή του Τζόρτζι Χάιντ-Λις, με την οποία παντρεύτηκε την ίδια χρονιά και έκαναν δυο παιδιά, την Αν και το Μάικλ.
Το 1923 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για την "πάντα εμπνευσμένη ποίησή του, της οποίας η υψηλή καλλιτεχνική μορφή εκφράζει το πνεύμα ενός ολόκληρου έθνους".
Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ασχολήθηκε και με την πολιτική, καθώς εκλέχτηκε στην Ιρλανδική Σύγκλητο το 1922 και το 1925. Πέθανε το 1939. Το Abbey Theatre παρέμεινε κλειστό για μια βδομάδα μετά το θάνατό του, ως ένδειξη φόρου τιμής.
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ
Συγγραφέας:Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς (William Butler Yeats)
Εκδοτικός Οίκος:ΕΣΤΙΑ
Μετάφραση:ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ ΑΛΙΝΑ
Αριθμός Σελίδων 245
Το βιβλίο ''Παραμύθια και παραδόσεις της Ιρλανδίας'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Το 1923 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Γεννήθηκε στο προάστιο του Σάντιμαουντ στο Νότιο Δουβλίνο. Είχε άλλα τρία μικρότερα αδέρφια, τον Τζακ (1871-1957), την Ελίζαμπεθ (1868-1940) και τη Σούζαν (1866-1949): όλοι τους ακολούθησαν κατά κάποιον τρόπο καλλιτεχνική πορεία. Όταν ήταν δυο ετών, η οικογένειά του μετακόμισε από το Δουβλίνο στο Σλίγκο κι έπειτα στο Λονδίνο λόγω της καλλιτεχνικής δραστηριότητας του πατέρα, Τζον Μπάτλερ Γέιτς, που ήταν ζωγράφος. Τα παιδιά της οικογένειας έλαβαν μόρφωση κατ' οίκον, ενώ η μητέρα τους, που νοσταλγούσε την Ιρλανδία, τους αφηγούνταν παραδοσιακές ιστορίες και παραμύθια από την πατρίδα τους.
Το 1877, ο Γέιτς πηγαίνει στη Σχολή Γκόντολφιν, όπου έχει μέτριες σχολικές επιδόσεις. Ξυπνά μέσα του ο ιρλανδικός πατριωτισμός. Για οικονομικούς λόγους, η οικογένεια επιστρέφει στο Δουβλίνο στα τέλη της δεκαετίας του 1880, αρχικά διαμένοντας στο κέντρο της πόλης κι έπειτα μετακομίζοντας στο προάστιο Χωθ.
Κατά τα έτη 1881-1883, ο Γέιτς τελειώνει το Λύκειο, ενώ περνάει αρκετό χρόνο του στο ατελιέ του πατέρα του, όπου και έρχεται σε επαφή με πληθώρα καλλιτεχνών και συγγραφέων του Δουβλίνου. Από το 1884 ως το 1886, φοιτά στο Metropolitan School of Art.Κατά αυτή την περίοδο ξεκινάει να γράφει και τα πρώτα του ποιήματα και το 1885 τα εκδίδει, μαζί με ένα δοκίμιο ("Η ποίηση του Σερ Σάμιουελ Φέργκιουσον") στο Dublin University Review. Τα πρώτα αυτά ποιήματα του Γέιτς έχουν επηρεαστεί έντονα από το στυλ των Προραφαηλιτών ποιητών και την ποίηση του Πέρσι Σέλλεϋ, ενώ λίγο αργότερα στρέφεται στους μύθους, στη λαϊκή ιρλανδική παράδοση και στην ποίηση του Ουίλιαμ Μπλέικ.
Το 1889, ο Γέιτς γνωρίζει τη Μωντ Γκον, νεαρή κληρονόμο, οπαδό του εθνικιστικού ιρλανδικού κινήματος. Φανερά γοητευμένος από την ομορφιά της, της κάνει πρόταση γάμου αρκετές φορές μέχρι το 1901, εκείνη όμως αρνείται και τελικά παντρεύεται τον εθνικιστή Τζον ΜακΜπράιντ το 1903. Ωστόσο, η μορφή της επηρέασε την ποίησή του, καθώς αποτέλεσε έμπνευση για κάποια από τα ερωτικά του ποιήματα.
Το 1896, γνωρίζει τη Λαίδη Γκρέγκορι μέσω του κοινού τους γνωστού, Έντουαρντ Μάρτιν. Η Λαίδη Γκρέγκορι ενθαρρύνει τον πατριωτισμό του Γέιτς και τον πείθει να συγγράψει θεατρικά έργα.
Στις 27 Δεκεμβρίου 1904, ιδρύει μαζί με τη Λαίδη Γκρέγκορι και άλλους Ιρλανδούς συγγραφείς το Abbey Theatre στο Δουβλίνο, όπου παρουσιάζει θεατρικά του έργα καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Victor Plarr, Sturge Moore, William Butler Yeats, Wilfred Scawen Blunt, Pound, Richard Aldington, and Frank Flint, Sussex, England, January 1914
Το 1913, ο Γέιτς γνώρισε τον Αμερικανό ποιητή Έζρα Πάουντ στο Λονδίνο, ο οποίος για τα επόμενα χρόνια βρέθηκε κοντά του.
Το 1916, σε ηλικία 51 ετών, έκανε πρόταση γάμου στην κατά 27 χρόνια νεότερή του Τζόρτζι Χάιντ-Λις, με την οποία παντρεύτηκε την ίδια χρονιά και έκαναν δυο παιδιά, την Αν και το Μάικλ.
Το 1923 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για την "πάντα εμπνευσμένη ποίησή του, της οποίας η υψηλή καλλιτεχνική μορφή εκφράζει το πνεύμα ενός ολόκληρου έθνους".
Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ασχολήθηκε και με την πολιτική, καθώς εκλέχτηκε στην Ιρλανδική Σύγκλητο το 1922 και το 1925. Πέθανε το 1939. Το Abbey Theatre παρέμεινε κλειστό για μια βδομάδα μετά το θάνατό του, ως ένδειξη φόρου τιμής.
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ
Συγγραφέας:Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς (William Butler Yeats)
Εκδοτικός Οίκος:ΕΣΤΙΑ
Μετάφραση:ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ ΑΛΙΝΑ
Αριθμός Σελίδων 245
Το βιβλίο ''Παραμύθια και παραδόσεις της Ιρλανδίας'' μπορείτε να το βρείτε εδώ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

































