Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ



Louis-Ferdinand Céline

"Η αλήθεια, να, απλούστατα, το βιβλιοπωλείο περνάει σοβαρότατη κρίση αναδουλειάς. Μην μπας και πιστέψτε ούτε μηδενικό απ' τα τάχα μου 100.000 αντίτυπα! 40.000!... ακόμα και 400!... παπαραμύθια! Αλί!... Αλί!... Μόνο τα αισθηματικά ρομάντζα... και πολλά λέω!... κρατάν λίγο τα μπόσικα!... και κάπως η "μαύρη σειρά"... κι η "πτωματί"... Στην πραγματικότητα, δεν πουλάν πια τίποτα... είναι σοβαρό!... ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, οι οικιακές συσκευές, το σκούτερ, τ' αμάξι 2, 4, 6 ίππων κάνουν φοβερή ζημιά στο βιβλίο... όλα "με δόσεις", φαντάζεστε! και τα "γουικέντ"!... κι οι ωραίες διακοπούλες ανά δι-τρίμηνο!... κι οι Κρουαζιέρες Λολολούλου!... έχετε γεια μικρά βαλλάντια!... βλέπε χρέη!... μήτε σάλιο διαθέσιμο!... και μετά σου λέει ν' αγοράσεις βιβλίο!.."


''Δεν είναι μυθιστορήματα αυτά που δημοσιεύουν. Είναι κατεβατά σχολικών τιμωριών. Κατεβατά σαρκαστικά, κατεβατά προυστικά, κατεβατά αρχαιολογικά, κατεβατά νομπελικά...'' 

''Η νεολαία είναι έτοιμη να χάψει οτιδήποτε. Η νεολαία γουστάρει την απάτη, όπως τα κουτάβια γουστάρουν τα ξύλα, τάχα μου κόκαλα, που τους πετάνε και κείνα τρέχουν ξωπίσω τους...'' 

''Οι πλούσιοι... Σε διαμελίζουν για οφειλή είκοσι πέντε λεπτών, μα το τελευταίο τσουλάκι τούς ξαφρίζει εκατομμύρια άνευ δυσκολίας...''


Το 1955, ο Σελίν δημοσιεύει τις φανταστικές "Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ", υπακούοντας, όπως διατείνεται, στον εκδότη του Γκαστόν Γκαλλιμάρ, που του ζητά να βγει απ' την "αφάνεια", για να αναγνωριστεί η ιδιοφυΐα του και να αυξηθούν οι πωλήσεις των βιβλίων του. Σ' αυτό το μικρό αριστούργημα θηριώδους σαρκασμού, σπάνιας διορατικότητας και εκθαμβωτικής μαεστρίας, ο μυθικός συγγραφέας ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του με τους αναγνώστες, τους εκδότες, τους δημοσιογράφους, τις Ακαδημίες, τις βραβεύσεις, τους ομοτέχνους του, τη νεολαία, τη μοντέρνα τέχνη και με όλο το κιτς της μαζικής κουλτούρας, ενώ ταυτόχρονα δίνει τα κλειδιά του μυθικού "συγκινησιακού ύφους" του, υπογράφοντας την ποιητική διαθήκη του.

 



Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Οι αναμνήσεις του Ντερκ Ράσπε



Pierre Drieu La Rochelle

Ο Πιερ Ντριε Λα Ροσέλ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1893.Θεωρώντας περισσότερο τον εαυτό του άνθρωπο «της δράσης», παίρνει μέρος στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου και πληγώνεται. Οι ποιητικές του συλλογές Interrogation (1917) και Le fond de la cantine (1920) εκφράζουν όλην του την πικρία και απογοήτευση. Μεγάλη προσωπικότητα των γαλλικών γραμμάτων, ο Ντριε Λα Ροσέλ εκδηλώνει με διάφορα άρθρα από το 1926 κιόλας, τον αντισημιτισμό του και το 1936, ανήκοντας, επίσημα πλέον, στο εθνικιστικό κόμμα, χρησιμοποιεί παραδοσιακά επιχειρήματα κατά των εβραίων. Ο Πιερ Ντριε Λα Ροσέλ αυτοκτόνησε το 1945 αφήνοντας ατελείωτο – έτσι το θεωρούσε εκείνος- το καλύτερο βιβλίο του, τις «Αναμνήσεις του Ντερκ Ράσπε».


Οι «Αναμνήσεις του Ντερκ Ράσπε», το τελευταίο βιβλίο του, είναι, ίσως, κάτι περισσότερο από αυτοβιογραφία. Εδώ ο Ντριέ δεν κρύβει τίποτα. Οι φυσικές του αδυναμίες, τα οράματα, οι έμμονες ιδέες, τα φαντάσματα, η πίστη, τα προβλήματά του, δεν βρίσκουν βέβαια καμμία λύση, παρουσιάζονται, όμως, ξεκάθαρα, δίχως πλέγματα και ενοχές. Ο ήρωάς του θέλει να μάθει γιατί οι φτωχοί δεν έχουν καν το δικαίωμα να έχουν οποιαδήποτε υλική ή πνευματική απαίτηση. Ο Ντερκ Ράσπε θέλει να γίνει ζωγράφος, καλλιτέχνης. Ψάχνει να βρει την σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην Τέχνη και την Ζωή, ανακαλύπτει ότι η Τέχνη αξίζει περισσότερο, με την προϋπόθεση ότι έχει περάσει από την κόλαση του προσωπικού μαρτυρίου.


Η σύντομη, τραγική  ζωή του βρίσκει, ίσως, την δικαίωσή της σ’ αυτό το χειμαρρώδες βιβλίο. Οι “Αναμνήσεις του Ντερκ Ράσπε” γράφτηκαν το 1944, λίγους μήνες πριν από την αυτοκτονία του. Μέσα από ένα γράψιμο απλό και άμεσο, ο Ντριε Λα Ροσέλ, σκιαγραφεί την αγωνία μιας ψυχής, τις αμφιβολίες της, την ακατάπαυστη πάλη της σάρκας – του Κακού- με το πνεύμα και την Αγάπη, μοναδικό σκοπό και όπλο του καλλιτέχνη.



Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

ΕΝΑΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΝΟΥΣ


A Dangerous Mind: Carl Schmitt in Post-War European Thought




Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΣΜΙΤ ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΣΤΟΧΑΣΜΟ 


O Καρλ Σμιτ (1888 - 1985), ο αποκαλούμενος "νομικός του Γ΄ Ράιχ", μπορεί να έχει προκαλέσει αποστροφή σε κάποιους κύκλους, έχει όμως ασκήσει σε πολλούς σύγχρονούς του, αλλά και μεταγενέστερους διανοούμενους, και την ανάποδη όψη της: τη γοητεία. Ο Jan - Werner Muller ανιχνεύει τα όρια της επίδρασης των θεωριών του Σμιτ σε όλο το φάσμα του πολιτικού στοχασμού της μεταπολεμικής Ευρώπης: από τη Δεξιά και την άκρα Δεξιά (αναμενόμενο), ως την άκρα Αριστερά (εκ πρώτης όψεως, παράδοξο). Παρακολουθώντας, με ένα γλαφυρό κείμενο, την προσωπική διαδρομή του Καρλ Σμιτ, εντοπίζει και αναλύει διεξοδικά τις ενίοτε επικίνδυνες συνέπειες των ιδεών αυτού του επιφανέστερου πολεμίου του φιλελευθερισμού. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) 

"Ένα βιβλίο για την πολύμορφη επίδραση που εξάσκησε και εξασκεί στη σύγχρονη πολιτική θεωρία ένας εχθρός της μαζικής δημοκρατίας, προφήτης και θεωρητικός απολογητής του ναζιστικού κράτους, ο οποίος αποτελεί ωστόσο μια συνεχή πρόκληση για τη φιλελεύθερη σκέψη, καθώς αναγνώρισε τις βαθιές αντιφάσεις του φιλελευθερισμού και προέβλεψε τα αδιέξοδα της "μεταπολιτικής" εποχής". (ΤΑ ΝΕΑ)


Ο Γερμανός καθηγητής της νομικής επιστήμης και φιλόσοφος Carl Schmitt (1888-1985), κατόρθωσε να κληροδοτήσει στη σύγχρονη φιλοσοφική και πολιτική σκέψη έννοιες και προβληματισμούς που επηρέασαν βαθύτατα τόσο τον συντηρητικό λόγο όσο και τον ριζοσπαστικό δεξιό και αριστερό λόγο. Όσο όμως και να φανεί παράδοξο επηρέασαν βαθύτατα και τον ίδιο τον μεγάλο εχθρό του, που ήταν ο φιλελευθερισμός. 

Ο Jan-Werner Muller καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Πρίνστον παρακολουθεί πώς μεταπολεμικά μπλέκονται τα νήματα τόσο των εχθρών του φιλελευθερισμού (Marquard, Lubbe, Kojeve, Koselleck,Kesting και Spaemman) όσο και σημαντικών εκπροσώπων της μεταπολεμικής φιλελεύθερης ευρωπαϊκής σκέψης (Blumenberg, Luhmann, Habermas) γύρω από τον καμβά που είχε στήσει ο Σμίτ Αυτοί συγκρούονται για τα ζητήματα που ανέδειξε η σμιτιανή σκέψη, για τα όρια και την πολυπλοκότητα της νεωτερικής κοινωνίας, την υποβάθμιση του πολιτικού, την ασθενή πολιτική και δημοκρατία. Δίνουν όπως είναι φυσικό, πολύ διαφορετικές απαντήσεις. 

Ο πυρήνας της σκέψης του Σμίτ κινείται γύρω από τη σημασία της έννομης τάξης ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την ομαλή λειτουργία των κοινωνιών. Έννομη τάξη που στηρίζεται σε μια απόφαση και όχι σ’ ένα κανόνα. Ο Σμίτ , ο αποκαλούμενος και «νομικός του Γ Ράιχ» έβαλε εξαρχής βόμβες στα θεμέλια του γερμανικού νομικίστικου πνεύματος θεμελιώνοντας με όπλο του τον φιλοσοφικό συντηρητισμό ένα αυταρχικό, ενιαίο κράτος, με αδιαίρετη κυριαρχία, σε μια κανονιστικά αθεμελίωτη απόφαση. Έτσι σύμφωνα με την πιο χρησιμοποιημένη φράση του Σμιτ «κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Εισάγοντας στη θεωρία της κρατικής ασφάλειας και ισχύος την έννοια της «αποφασιοκρατίας», θεωρεί από πολύ νωρίς πως το κράτος δεν πρέπει να είναι δίκαιο για να δημιουργεί δίκαιο, αλλά να είναι τόσο ισχυρό για να λαμβάνει αποφάσεις. Αυτή η θεωρητική βάση, το μίσος του για τον φιλελευθερισμό και τη Βαϊμάρη είναι τα πρελούδια της κατοπινής του συμπόρευσης με τον Εθνικοσοσιαλισμό.


Θεωρώ πως με βάση την ανάγνωση του Μίλερ δύο είναι τα σημεία αναφοράς που οδήγησαν τον Σμίτ στις αγκαλιές του ναζισμού. Το πρώτο είναι η πίστη του πως με τη φιλελεύθερη δημοκρατία και τη μετάβαση στο νεωτερικό κράτος η κοινωνία κατέλαβε το κράτος αποδυναμώνοντας έτσι την πηγή της ασφάλειας και της ειρήνης. Και το δεύτερο αφορά το γεγονός πως η νεωτερικότητα αποδιαρθρώνει τα ομογενοποιημένα κράτη. Αυτή η ομογενοποίηση αποτελεί και τη βάση πάνω στην οποία ο Σμίτ ορίζει την πολιτική ως τη σφαίρα που διακρίνεται ο εχθρός από τον φίλο. Η ομογενοποίηση των φίλων σε αντιδιαστολή με τον εσωτερικό και εξωτερικό εχθρό αποτελεί τη βάση για τη θεωρητική θεμελίωση του ναζισμού. Όπως όμως κατάλαβε πολύ καλά ο Σμιτ, από την προσωπική του εμπειρία, αυτή η θεμελίωση δεν ήταν αναγκαία στον ίδιο τον φασισμό. Ήταν όμως αναγκαία στην μεταπολεμική σκέψη, όπου τα ζητήματα της φύσης του πολιτικού, της σχέσης εξουσίας και τάξης, της οικουμενικής τάξης, της τεχνοκρατίας και της έκλειψης της πολιτικής βούλησης, των θεμελιώσεων των διεθνών σχέσεων, τίθενται ξανά επί τάπητος ανανεώνοντας τη σύγκρουση του φιλελευθερισμού με τον συντηρητισμό και τον ριζοσπαστισμό.

Ο Μύλερ με αυτό το βιβλίο του με αφορμή τις επιρροές του Σμιτ στο μεταπολεμικό στοχασμό, επιδιώκει να ανοίξει τη συζήτηση για την ανάγκη πολιτικοποίησης του φιλελευθερισμού και σύνδεσης του με τη δημοκρατία και την ισότητα. Ένα ξεχασμένο πεδίο που ανήκε στον κλασικό φιλελευθερισμό και με την κριτική του Σμιτ επανέρχεται στον σύγχρονο φιλελευθερισμό.

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Η ΑΜΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΟΥ Β ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (1944)




Ουαί σ’ όσους νικάνε με στρατούς 
κι όπου το μόνο δίκιο τους είναι η δύναμή τους 
Canto LXXVI 


Για τον αναγνώστη η προσέγγιση ή ακόμη και ανακάλυψη του έργου του Ezra Pound (1885-1972) ισοδυναμεί με μία πνευματική περιπέτεια στο σώμα της νεότερης παγκόσμιας ιστορίας, μία επικίνδυνη αναψηλάφηση της αχλύος που σήκωσε ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Και αν ο λόγος είναι ενίοτε για ανακάλυψη είναι ακριβώς διότι η συνειδητή συμπαράταξη του ποιητή με τις δυνάμεις του Άξονα προκάλεσε εσκεμμένη και κατευθυνόμενη ενίοτε απαξίωση του ποιητικού του έργου, αλλά και της πνευματικής του προσωπικότητας. Στην καλύτερη περίπτωση οι υπερασπιστές του σπεύδουν να διαχωρίζουν τον ποιητή από τον ιδεολόγο φασίστα, τον καλλιτέχνη από τον προπαγανδιστή, τον αισθητή από τον οπαδό του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Όμως η καθησυχαστική αυτή διάκριση τείνει να παραβλέπει το ιστορικό δεδομένο ότι η καλλιτεχνική έμπνευση δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των δημοκρατικών καθεστώτων και ότι ο φασισμός αποτέλεσε – με έναν ιδιάζοντα πρακτικό τρόπο – εκτός από αισθητικοποίηση της πολιτικής και πολιτικοποίηση της αισθητικής. 



Ο Pound γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1885 στο Haley της πολιτείας Idaho των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε νεαρή ηλικία σπούδασε ρωμανικές γλώσσες στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάννια (1901-1903), ενώ συνέχισε τις σπουδές του στο Hamilton College (1903-1906), από το οποίο απέκτησε μεταπτυχιακό δίπλωμα (M.A.). Δίδαξε για μικρό χρονικό διάστημα στο Wabash College, στο Crawfordsville της Ιντιάνα. Μελέτησε σχεδόν ολόκληρη την κλασική γραμματεία, αρχαιοελληνική και λατινική, στο πρωτότυπο, μία τριβή που θα του χάριζε ευρύτητα γνώσεων, καθώς και ένα σπουδαίο αισθητικό και ιδεολογικό υπόβαθρο, αφού για τον Pound η πρόσληψη του κλασικού κόσμου δεν ενείχε απλώς φιλολογική ή έστω αισθητική αξία, αλλά και σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις. 

Το 1908 εγκατέλειψε την Αμερική για την Ευρώπη και έφθασε στην Βενετία, την πόλη που θα τον δεχόταν και στην τελευταία του ώρα. Στη Βενετία εξέδωσε την πρώτη του ποιητική του συλλογή, με τίτλο A lume spento (= Με σβησμένο φως). Το ίδιο έτος εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου άρχισε να συναναστρέφεται με επιφανείς ποιητικές μορφές της εποχής, όπως ο William Butler Yeats (1865-1939), Ford Maddox Ford (1873-1939), T.E. Hulme (1883-1917). 



Ο Pound έδειξε από νωρίς τις ικανότητές του και την ηγετική του δυναμική στον χώρο της σύγχρονης ποίησης. Ίδρυσε το κίνημα του Εικονισμού (Imagism), το οποίο έδινε έμφαση στην ακρίβεια των εικόνων και πρόκρινε την χρήση λιτής, αυστηρής γλώσσας, προοικονομώντας το κίνημα του μοντερνισμού, ενώ ενεπλάκη επίσης ενεργά στο κίνημα του βορτικισμού (Vorticism), μία ποιητική προσπάθεια φουτουριστικής υφής. Το 1917 ο Pound εξέφραζε την πίστη του σε ένα νέο είδος ποίησης, η οποία «θα είναι σκληρότερη και πιο λογική, θα είναι χαρακτηριστικά πιο άμεση. Θα θυμίζει γρανίτη στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, η ισχύς της θα έγκειται στην αλήθεια της, στην ερμηνευτική της δύναμη (εκεί, φυσικά, απαντά πάντοτε η ποιητική δύναμη) […] Θα διαθέτει λιγότερα διακοσμητικά επίθετα για να αποδώσει τις προθέσεις της. Τουλάχιστον όσον με αφορά, έτσι την θέλω, αυστηρή, άμεση, ελεύθερη από ψεύτικους συναισθηματισμούς». (Pound, Ezra, Literary Essays, ed. T.S. Eliot, Norfolk, Connecticut: New Directions, 1954, 12). 



Η ενασχόληση του Pound με το ιστορικό παρελθόν, είτε της αρχαίας Ελλάδος, είτε της αρχαίας Κίνας και Ιαπωνίας, είτε της μεσαιωνικής Ευρώπης είναι έκδηλη σε μία σειρά έργων του, δοκιμιακών και ποιητικών δημιουργιών, δικών του ή μεταφράσεων: Το πνεύμα του μεσαιωνικού ρομάντσου (The Spirit of Romance,1910), Σονέτα και μπαλάντες του Γκίντο Καβαλκάντι (Sonnets and Ballads of Guido Cavalcanti, 1912), Κατάη (Cathay, 1915), Άλλα σημαντικά του έργα, ποιήματα και δοκίμια: Lustra (1916), Χιού Σέλγουιν Μώμπερλυ (Hugh Selwyn Mauberley, 1920), Τζέφερσον και/ή Μουσολίνι (Jefferson and/or Mussolini, 1935), Οδηγός πολιτισμού (Guide to Kulchur, 1938). Η δημιουργία των Cantos, του magnum opus του, η οποία αρχίζει ως πνευματικό εγχείρημα ήδη από το 1915, αποτέλεσε για τον Pound την ευκαιρία να παραθέσει τις ιδεολογικές, αισθητικές και πολιτικές του απόψεις σε ένα εκτεταμένο έργο, μία επισκόπηση της ευρωπαϊκής ιστορίας και κουλτούρας. 



Το 1920 μετακόμισε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τα κινήματα του σουρεαλισμού και του ντανταϊσμού, ενώ συναναστράφηκε επιφανείς μορφές του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού κόσμου. Το 1924 εγκαταστάθηκε στο Ραπάλλο της βόρειας Ιταλίας. Η σύνδεση του Pound με τον φασισμό που είχε επικρατήσει στην Ιταλία από το 1922, ήταν για τον ίδιο μία πρακτική επικύρωση των ιδεών του, μία επίγεια πραγμάτωση των αρχών του, με βάση τις αρχές της δράσης. Παρέμεινε ένθερμος οπαδός του φασισμού καθ’ όλη την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και μετά από αυτόν. 


Στη μελέτη του Oro e lavoro (1944) συσχετίζει την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου με την διαδικασία ελέγχου του χρήματος και αποδίδει στους Συμμάχους μία απόπειρα επανάκτησης του ελέγχου αυτού, που είχε διαταραχθεί από την άνοδο των οικονομικών συστημάτων των κρατών του Άξονα: «Το χαρτονόμισμα μετράει την τιμή, όχι την αξία: Με άλλα λόγια, οι τιμές υπολογίζονται σε νομισματικές μονάδες. Ποιος όμως προμηθεύει τα χαρτονομίσματα; Και πριν από τον σημερινό πόλεμο ποιος είχε τον έλεγχο της έκδοσης του χρήματος; Αν θέλετε να ανακαλύψετε τα αίτια του σημερινού πολέμου, ψάξετε να βρείτε ποιος απέκτησε τον έλεγχο του διεθνούς χρήματος και πώς έγινε αυτό» (Pound, Ezra, Selected Prose, 1909-1965, New York: New Directions, 1973, 315.). 


Ο Pound θεωρούσε ότι με την προπαγανδιστική του δράση προσέφερε υπηρεσίες στην πατρίδα του. Άλλωστε, οι ραδιοφωνικές εκπομπές του Pound ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 1940, πολύ πριν από την επίσημη εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στην πολεμική αναμέτρηση, τον Δεκέμβριο του 1941. Επεχείρησε, μάλιστα, δύο φορές – η πρώτη αμέσως μετά την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο, η δεύτερη στις αρχές του 1942 – να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως συνάντησε τη σταθερή άρνηση των αμερικανικών προξενικών αρχών λόγω της φιλοφασιστικής του δράσης. Persona non grata στην ίδια την πατρίδα του, για την οποία θεωρούσε ότι είχε περιέλθει σε ένα είδος κατοχής από εθνικούς οικονομικούς κύκλους και πολιτικά συμφέροντα, ο Pound συνέχισε την μοναχική και επικίνδυνη πορεία του, πιστός στις προσωπικές του αξίες και τον κώδικα τιμής του. Αν όμως δεχτούμε – ακολουθώντας τη συλλογιστική του Pound – ότι οι ραδιοφωνικές εκπομπές του ήταν απλώς μία προσπάθεια συνδρομής προς τον αμερικανικό λαό, το παρόν κείμενο ήταν μία συνειδητή προπαγανδιστική προσπάθεια, αφού εκδόθηκε στην ιταλική γλώσσα, από εκδοτικό οίκο σε διατεταγμένη υπηρεσία του φασιστικού καθεστώτος του Salo, ενώ ο πόλεμος μαινόταν και ο Άξονας κατέρρεε υπό το βάρος των πολεμικών συγκρούσεων. Σε κάθε περίπτωση, παραμένει γεγονός ότι ο Pound ουδέποτε απεκήρυξε τις φασιστικές του πεποιθήσεις, ενώ επίσης δεν καταδίκασε τις διώξεις του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους κατά των Εβραίων της Ευρώπης.



Συνελήφθη στις 2 Μαΐου 1945 από Ιταλούς αντάρτες και εγκλείστηκε σε ένα αμερικανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων, κοντά στην Πίζα, όπου συνέγραψε τα καλύτερα Cantos του. Μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ, όπου του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για προδοσία. Εγκλείστηκε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο St. Elizabeths επί δώδεκα ολόκληρα έτη, έως το 1958. Στις 15 Απριλίου 1958 η επίσημη κατηγορία περί προδοσίας ανακλήθηκε. Όμως ο Pound, ο Αμερικανός που αποθέωσε στο έργο του τον φασισμό, τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ, φθάνοντας για πρώτη φορά στην Ιταλία μετά τον πόλεμο, σε ένα είδος απότισης τιμής  χαιρέτισε με τον φασιστικό τρόπο την χώρα που τον φιλοξένησε και που θα αποτελούσε τελικά την τελευταία του πατρίδα. 



Η μετάφραση του παρόντος έργου αποσκοπεί αφενός να προσφέρει στο ελληνικό κοινό ένα σπάνιο κείμενο του Ezra Pound, αφετέρου να καταδείξει την ιδιόμορφη στράτευση ενός σημαντικού τμήματος του κόσμου των διανοουμένων (πρόχειρα αναφέρω τους Martin Heidegger, Gottfried Benn, Knut Hamsun, Lοuis-Ferdinand Celin, Robert Brasillach, Gabriele d’ Annunzio, Luigi Pirandello και στους δικούς μας Άριστο Καμπάνη, Σπύρο Μελά, Σίτσα Καραϊσκάκη) στην υπηρεσία των φασιστικών καθεστώτων, αφετέρου να επισημάνει την πολυπλοκότητα μίας πολεμικής αναμέτρησης, όπως ήταν ο Β΄ Παγκόσμιος, την οποία οι τυπικές εξιστορήσεις συχνά παραλείπουν να λάβουν υπ’ όψιν τους, αναπαράγοντας μάλιστα ένα άκριτα μανιχαϊστικό πρότυπο. Σκοπός, άλλωστε, της σειράς Ιστορικό Αρχείο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την οποία φιλοξενούν οι Εκδόσεις Περίπλους-Διονύσης Βίτσος χάρη στο ευγενές ενδιαφέρον του πολυμαθούς Διονύση Βίτσου, είναι να παρουσιάσουν, μέσα από σπάνια κείμενα και των δύο πλευρών, των νικητών Συμμάχων και των ηττημένων δυνάμεων του Άξονα, άγνωστές πτυχές και την ιδεολογική κοσμοθεωρία των αντιπάλων συστημάτων. 



Για τον Ezra Pound ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν, πράγματι, μία σύγκρουση δύο ολόκληρων κόσμων• και αν τελικά ο κόσμος που εκπροσωπούσε ιδεολογικά και αισθητικά ο Pound, ηττήθηκε στα πεδία των μαχών, το έργο του ιδίου παραμένει ως μία αυθεντική και επικίνδυνα γοητευτική μαρτυρία για τις ιδιόμορφες ιδεολογικές ζυμώσεις της περιόδου του Μεσοπολέμου και για την αντανάκλασή τους στην υψηλή καλλιτεχνική δημιουργία. 


"Ιδιώτες, χωρίς οποιαδήποτε υπευθυνότητα ενώπιον του αμερικανικού έθνους κατάφεραν να αποκτήσουν τον έλεγχο των χρηματικών αποθεμάτων του έθνους, αναγκάζοντας τον λαό να καταβάλλει ανεπίσημα πρόστιμα και φόρους με μοναδικό σκοπό το όφελος της κρυμμένης δύναμης, του συστήματος των τοκογλύφων. 


Μετά τον θάνατο του Lincoln η πραγματική ισχύς στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταβιβάστηκε από την επίσημη κυβέρνηση στους Rotschild και στον δαιμονικό τους συρφετό. Το σύστημα της δημοκρατίας εξαφανίστηκε. Έκτοτε δεν έχει πλέον νόημα να αναφέρεται κανείς στις Ηνωμένες Πολιτείες ως αυτόνομη οντότητα. Αυτό που μένει να καθοριστεί είναι από ποια ακριβώς ιστορική στιγμή δεν είχε πλέον νόημα και λογική να αναφέρεται κανείς στη Βρετανική Αυτοκρατορία ως αυτόνομη οντότητα.



Είναι πραγματικά χάσιμο χρόνου να κάνει κανείς λόγο για «δημοκρατία» στη μία ή την άλλη χώρα. Η πραγματική κυβέρνηση βρισκόταν, βρίσκεται και πάντοτε θα βρίσκεται στο παρασκήνιο. Το «δημοκρατικό» σύστημα λειτουργεί ως εξής. Δύο ή περισσότερα κόμματα, όλα τους ακολουθώντας εντολές του συστήματος των τοκογλύφων, εμφανίζονται στη δημόσια σκηνή. Για λόγους τυπικότητας, αλλά και για να καθησυχαστούν οι αφελείς, επιτρέπεται σε μερικούς τίμιους άνδρες και σε έναν-δυο ανεξάρτητους ιδεαλιστές να κάνουν ορισμένες τίμιες ενέργειες, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν αγγίζουν τις διάφορες συμμορίες. Οι μεγαλύτερες συμμορίες είναι αυτές της οικονομίας και της δημιουργίας μονοπωλίων, συμπεριλαμβανομένης και της δημιουργίας μονοπωλίου για το ίδιο το χρήμα, τόσο στο εσωτερικό ενός κράτους όσο και σε συνδυασμό με τα διάφορα ξένα νομίσματα. Όταν προκύπτει το επικίνδυνο ενδεχόμενο ύπαρξης πληθώρας οποιουδήποτε ή σχεδόν όλων των προϊόντων, τότε το σύστημα των τοκογλύφων εξαπολύει πόλεμο, ώστε να υποβαθμίσει την αγοραστική δύναμη. 


Η ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί ολόκληρη σε μερικές σελίδες. Συγκέντρωσα απλώς ορισμένα δεδομένα που δεν έχουν τύχει προσοχής σε άλλες, εκτενέστερες μελέτες, και τα οποία πρέπει να έχει υπ’ όψιν του ο αναγνώστης, για να μη παραμένει σε κατάσταση άγνοιας όσον αφορά την κερδοφόρο διαδικασία. Ωστόσο, θα μπορούσε να συντεθεί μία ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, συνοπτική οπωσδήποτε, αλλά επαρκής για τις ανάγκες όλων, εκτός βέβαια από τους ειδικούς, εάν ενώναμε το παρόν φυλλάδιο, τη Νέα Αμερικανική Ιστορία του W.E. Woodward, τη Σύντομη Ιστορία του Χρήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες του Willis A. Overholser, καθώς και ένα απόσπασμα από το βιβλίο Τζέφερσον και Χάμιλτον του Claude G. Bowers. 


Ο λόγος για την έκδοση του παρόντος κειμένου, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, είναι να καταδειχθεί η σχέση του παρόντος πολέμου με μία σειρά πολέμων που προκάλεσε ο ίδιος πάντοτε διαχρονικός παράγοντας, δηλαδή το διεθνές σύστημα των τοκογλύφων, η σπείρα του Υψηλού Κεφαλαίου. Σε αυτό το σύστημα των τοκογλύφων ο Roosevelt λειτουργεί ως ένα είδος κακοήθους όγκου, όχι αυτόνομος, όχι αυτοδημιούργητος, αλλά ως υπέρμαχος ακαθόριστων δυνάμεων που υπερβαίνουν την δική του αρνητική προσωπική ύπαρξη. Ο Roosevelt είναι απλώς ένας κατώτερος δικαστής, η δικαιοδοσία του οποίου είναι περιορισμένη νομικά, ένας επίορκος που δεν συνειδητοποιεί στην πληρότητά τους τις πράξεις του, τις αιτίες των πράξεών του ή τις συνέπειές τους. Ο πολιτικός του βίος πρέπει να προσαχθεί ενώπιον της δικαιοσύνης".

 


Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Νίτσε Η βούληση για ισχύ ως τέχνη



Martin Heidegger

Το χειμερινό εξάμηνο 1936-1937 ο Μάρτιν Χάιντεγκερ πραγματοποίησε στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ στο Μπραϊσγκάου σειρά δίωρων μαθημάτων υπό τον τίτλο «Νίτσε. Η βούληση για ισχύ».Με αυτόν τον τίτλο ανακοινώνεται η παράδοση στον οδηγό σπουδών, σε συμφωνία με την επικεφαλίδα των χειρόγραφων σημειώσεων της παράδοσης. 


Η συγκεκριμενοποίηση του τίτλου με την προσθήκη «ως τέχνη», με βάση το τέταρτο μέρος του 3ου βιβλίου της νιτσεϊκής Βούλησης για ισχύ, κατέστη αναγκαία λόγω των παραδόσεων για τον Νίτσε στα χρόνια που ακολούθησαν, ιδίως λόγω της παράδοσης του εαρινού εξαμήνου 1939 με θέμα «Η διδασκαλία τού Νίτσε για τη βούληση για ισχύ ως γνώση». 

Το κείμενο των μαθημάτων της παράδοσης, σε επεξεργασμένη μορφή και με επιμέλεια του ίδιου του. Χάιντεγκερ, εκδόθηκε το 1961. Αυτή η επεξεργασία πραγματοποιήθηκε σε μεγάλη χρονική απόσταση από το αρχικό χειρόγραφο της παράδοσης και με την πρόθεση μιας ολοκληρωμένης δημοσίευσης των πανεπιστημιακών παραδόσεων και των πραγματειών για τη φιλοσοφία του Νίτσε, που προέκυψαν μεταξύ των ετών 1936 και 1946. 

Η δημοσίευση, σύμφωνα με τον πρόλογο του Χάιντεγκερ, προοριζόταν να προσφέρει μιαν εικόνα της οδού που διήνυσε ο στοχασμός του από το 1930 έως το 1947

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ



Einfuhrung in die Metaphysik Martin Heidegger 


O Μάρτιν Χαϊντεγκερ (1889-1976), κορυφαίος διανοητής του εικοστού αιώνα, δίνει ένα νέο προσανατολισμό στη φιλοσοφική επίγνωση και την ιστορία της εποχής μας. Η σκέψη του, γνήσια κατάληξη του δυτικού φιλοσοφικού στοχασμού, οδηγεί στην κατάρρευση της κλασικής οντολογίας, και στην ανάγκη επιστροφής στις αρχέγονες πηγές, αρχίζοντας από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, τον Αναξίμανδρο, τον Ηράκλειτο και τον Παρμενίδη. Στο παρόν κείμενο επιχειρείται η επανατοποθέτηση της οντολογικής απορίας με την προσπάθεια ερμηνείας του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, του φιλοσοφικού και του τραγικού, προκειμένου να αποσαφηνισθεί η αφετηρία της δυτικής σκέψης. Έτσι μόνον, κατά τον συγγραφέα, μπορούμε να εκτιμήσουμε φιλοσοφικώς την παρούσα κατάστασή μας και να της δώσουμε περιεχόμενο οντολογικώς έγκυρο.

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΙΔΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ



UDER DIE DREI ARTEN RECHTSWISSENSCHAFTLICHEN DENKENS











«Η μελέτη για τα τρία είδη της νομικής σκέψης αποτελεί στην σμιτιανή εργογραφία πράγματι την ισχυρότερη ένδειξη όχι μιας καμπής, αλλά ενός διλήμματος και ενός αδιεξόδου για τον συγγραφέα της. Ο Schmitt αναζητά στη σκέψη της συγκεκριμένης τάξης, που πρωτοκαθιερώνει εδώ, μια σύνθεση εγελειανού τύπου, που υπερβαίνει τον θετικισμό ως άθροισμα των αρνητικών στοιχείων της δεοντολογίας και της αποφασιοκρατίας, αναζητά δηλαδή μια θετικότητα με νομικοπολιτική ισχύ χωρίς τυχαίες ανάλογα με τη στιγμή αποφάσεις». 

από την εισαγωγή του Χ. Παπαχαραλάμπους

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Μπενίτο Σερένο




Ο Μπενίτο Σερένο είναι μια νουβέλα -ή ένα σύντομο μυθιστόρημα- που έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ το 1855, λίγο μετά τον Μόμπυ Ντικ. Η νουβέλα επικεντρώνεται σε μια εξέγερση σκλάβων σ' ένα ισπανικό εμπορικό πλοίο το 1799 και έχει ερμηνευτεί από μερικούς κριτικούς παλαιότερα ως ρατσιστική και υπέρ του θεσμού της σκλαβιάς. 

Τα γεγονότα διαδραματίζονται το 1799 κοντά στο νησί Santa Maria, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τις ακτές της Χιλής. Ο καπετάνιος Delano, από το κατάστρωμα του δικού του πλοίου, βλέπει ένα παλιό ισπανικό σκαρί, το Σαν Ντόμινικ, το οποίο φαίνεται σχεδόν ακυβέρνητο και σε κακή κατάσταση. Αποφασίζει να το προσεγγίσει μαζί με μερικούς άνδρες του για να δει τι συμβαίνει. Ανεβαίνοντας στο πλοίο, βλέπει διάφορα πράγματα που τον ξαφνιάζουν: το ακρόπρωρο είναι σκεπασμένο και μόνο στη βάση του είναι ορατή η επιγραφή "ακολούθησε τον αρχηγό σου", γραμμένη στα ισπανικά. Το πλήρωμα και οι επιβαίνοντες στο καράβι είναι κατά πλειοψηφία μαύροι, οι οποίοι φαίνονται ισότιμοι με τους λιγοστούς λευκούς. Ο καπετάνιος, ο Μπενίτο Σερένο, είναι ένας χλωμός νεαρός αριστοκράτης με κλονισμένα νεύρα, ο οποίος αδυνατεί να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και στηρίζεται αποκλειστικά στη βοήθεια του αφοσιωμένου σκλάβου του Μπάμπο. Όλοι οι επιβαίνοντες στο Σαν Ντόμινικ, συμπεριλαμβανομένου του καπετάνιου, αφηγούνται στον Delano μια περίπλοκη ιστορία με τρικυμίες και επιδημίες που χτύπησαν το καράβι και τους έχουν φέρει όλους σ' αυτή την άθλια κατάσταση. Ο Delano λοιπόν στέλνει τους άνδρες του να φέρουν προμήθειες και ο ίδιος παραμένει στο καράβι για να βοηθήσει όπως μπορεί. 

Ο πλοίαρχος Ντηλέηνο είναι άλλος ένας από τη σειρά των ηρώων του Μέλβιλ που η αθωότητα τους τούς εμποδίζει να αντιληφθούν το κακό στο οποίο εκτίθενται. 


Ο συγγραφέας ασχολείται κυρίως με τις πιο λεπτές και γι' αυτό πιο βαθιά ριζωμένες και επικίνδυνες ψεύτικες βεβαιότητες. Με κείνες που διαλύουν τον άνθρωπο και τον κάνουν να υποφέρει: τον ορθολογισμό, τον ατομικισμό, τον ψευτο-ανθρωπισμό, την αυτοδικαίωση (και τη γενικότερη πολιτιστική-επιστημονική δικαίωση που εφαρμόζει η Δύση), τον οίκτο, την ενοχή, την "πρόοδο" σαν φυσικό κι αναπόφευκτο αποτέλεσμα της "φυσικής επιλογής", όπως αυτά εκφράζονται συλλογικά μεταξύ άλλων από την κεφαλαιοκρατία (ιδίως στη φιλελεύθερη μορφή της) 


Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Σιβηρική αγωγή



Εκπαιδεύοντας νεαρούς εγκληματίες 


Τι σημαίνει να γεννιέσαι, να μεγαλώνεις, να ενηλικιώνεσαι σε μια γη που δεν ανήκει σε κανέναν, σε ένα μέρος που μοιάζει -αλλά δεν είναι- εξωπραγματικό; 

Αν και μόλις είκοσι εννέα χρόνων, ο Νικολάι Λίλιν έχει να διηγηθεί μια ασυνήθιστη ζωή και να μιλήσει για έναν κόσμο που δε μοιάζει με κανέναν άλλο: είναι κι αυτός ένας από τους λόγους που η "Σιβηρική αγωγή" είναι ένα βιβλίο μοναδικό. Ελάχιστοι ίσως έχουν ακούσει να γίνεται λόγος για την Υπερδνεισιερία, μια περιοχή της πρώην ΕΣΣΔ που διακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1990, αλλά που κανένα κράτος δεν την αναγνωρίζει, γη όλων και κανενός. Έναν τόπο όπου η εγκληματικότητα ήταν τόσο διαδεδομένη, που ένας χρόνος υπηρεσίας στην αστυνομία ισοδυναμούσε με πέντε, ακριβώς όπως σε περίοδο πολέμου. 

Στη συνοικία του Κάτω Ποταμού, όπου μεγάλωσε ο συγγραφέας, ζούσαν ακολουθώντας τη σιβηρική παράδοση και τα παιδιά αποκτούσαν εμπειρία μέσα από τις συγκρούσεις με την αστυνομία ή τους ανηλίκους από άλλες συμμορίες. Αλλά η μαθητεία στο καλό και το κακό είναι για τη σιβηρική κοινότητα πολύπλοκη, γιατί τα παιδιά μαθαίνουν να ενσαρκώνουν κάτι οξύμωρο, μαθαίνουν δηλαδή να είναι "τίμιοι εγκληματίες". Κι αυτό το άλλο σχολείο, πολύ πιο σημαντικό από εκείνο του δρόμου, περνά κυρίως μέσα από τους γέρους, τους ηλικιωμένους εγκληματίες. Οι "παππούδες" μεταδίδουν στα παιδιά αξίες που μοιάζουν να έρχονται σε σύγκρουση με τις εγκληματικές: τη φιλία, την τιμιότητα, το μοίρασμα των αγαθών. Την αγάπη για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, τα οποία ονομάζουν "αγαπημένους του Θεού". Αλλά και την κουλτούρα του τατουάζ, του δέρματος που μιλάει για τη μοίρα του καθενός. "Ο παππούς Κούσια" -γράφει ο Λίλιν- "δε με διαπαιδαγωγούσε παραδίδοντάς μου μαθήματα, αλλά μιλώντας μου, διηγούμενος τις ιστορίες του και ακούγοντας τα επιχειρήματά μου. [...] Δε μιλούσε για τη ζωή από τη θέση αυτού που παρατηρεί από ψηλά, αλλά από τη θέση ενός ανθρώπου που πατά τα πόδια του στη γη και προσπαθεί να παραμείνει σ' αυτή όσο το δυνατόν περισσότερο". Χάρη στη δύναμη της αφήγησης, μ' έναν λόγο έντονο και εκφραστικό αυτός ο απίστευτος, τραγικός και ανατριχιαστικά αληθινός κόσμος, όπου η αγριότητα και ο αλτρουισμός συνυπάρχουν, γίνεται σιγά σιγά οικείος. 

Μια εποποιία του εγκλήματος αφηγημένη από κάποιον που την έζησε, με μια δύναμη που σε αιχμαλωτίζει και δε σε αφήνει πια.


Η κινηματογραφική ταινία με πρωταγωνιστή τον Τζον Μάλκοβιτς

 

Το βιβλίο ''Σιβηρική αγωγή'' μπορείτε να το βρείτε εδώ

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Οι πνευματικοί μας σύντροφοι. Φίλοι και βιβλία



Οι πνευματικοί σύντροφοι της νεότητας είναι οι φίλοι και τα βιβλία. Οι φίλοι έχουν σάρκα και οστά και αλλάζουν συνεχώς. Κατά καιρούς ενθουσιαζόμαστε με διαφορετικά πράγματα και καθώς αυτός ο ενθουσιασμός αλλάζει αντικείμενα, τον μοιραζόμαστε και με διαφορετικούς φίλους. Το ίδιο κατά κάποιο τρόπο ισχύει και με τα βιβλία. Υπάρχουν φορές που ένα βιβλίο το οποίο μας είχε εντυπωσιάσει στα παιδικά μας χρόνια, όταν το ξαναδιαβάσουμε μετά από χρόνια να έχει χάσει τη ζωντάνια του και να μοιάζει μ’ ένα φτωχό απομεινάρι του βιβλίου που θυμόμαστε. Η μεγαλύτερη διαφορά ωστόσο ανάμεσα στους φίλους και τα βιβλία είναι ότι ενώ οι φίλοι αλλάζουν, τα βιβλία διατηρούν τα βασικά τους χαρακτηριστικά. Ένα βιβλίο, ακόμα και στην περίπτωση που ξεχασμένο σε μια γωνία μαζεύει σκόνη, διατηρεί με επιμονή το χαρακτήρα και τις ιδέες του.

Γιούκιο Μισίμα

Από το βιβλίο: Η ηθική των Σαμουράι στη σύγχρονη Ιαπωνία 


Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Αρχαία Ρώμη - Στρατιωτική και πολιτική ιστορία


Ancient Rome: A Military and Political History 

Συγγραφέας: MacKay Christopher S. 

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια σύντομη αλλά περιεκτική πολιτική ιστορία της αρχαίας Ρώμης, από την ίδρυση της πόλης, κατά την Εποχή του Σιδήρου στην Ιταλία, ώς τον εκτοπισμό του τελευταίου αυτοκράτορα, το 476 μ.Χ. 

Στο βιβλίο περιγράφονται οι λόγοι που οδήγησαν τη Ρώμη στην κατάκτηση και απορρόφηση της Ιταλίας, το ανθρώπινο δυναμικό της οποίας επέτρεψε στη Ρώμη να κατακτήση τη Μεσόγειο μέσα σε διάστημα μισού αιώνα. Οι ευθύνες που ανέλαβε ο στρατός, μετά τις κατακτήσεις αυτές, υπονόμευσαν τους πολιτικούς θεσμούς της Δημοκρατίας και ο Αύγουστος κατάφερε, ανεπαίσθητα, να εγκαθιδρύσει έναν μοναρχικό τύπο διακυβέρνησης, ουσιαστικά εξασφαλίζοντας δύο αιώνες ειρήνης. Από τις νέες στρατιωτικές πιέσεις, προκλήθηκε, στη συνέχεια, μία άλλη σημαντική αλλαγή στη δομή του καθεστώτος της Ηγεμονίας, το οποίο, τελικά, υπέκυψε στη Δύση σε εισβολές. 

Στο βιβλίο συζητείται, εξάλλου, η επίδραση που δέχτηκε το Ηγεμονικό καθεστώς, από την υιοθέτηση του Χριστιανισμού ως κρατικής θρησκείας.

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Οκτώβριος 1940: Η επίθεση εναντίον της Ελλάδας όπως την είδαν οι Ιταλοί



 
Στρατιωτικός ιερέας στην καρότσα ενός φορτηγού ευλογεί τους ιταλούς στρατιώτες πριν από την επίθεση


Οι ιταλικές πηγές για τον πόλεμο του ΄40 στην Αλβανία


Στην ερώτηση του Τσιάνο αν ο διοικητής του Γενικού Επιτελείου Στρατού Μπαντόλιο ήταν σύμφωνος, ο Μουσολίνι συνέχισε: «Οχι ακόμα, αλλά να πάψω να θεωρούμαι Ιταλός αν δυσκολευτεί κανείς να αντιμετωπίσει τους Ελληνες». 
Εναν μήνα αργότερα, στις 28 Νοεμβρίου, ο Ντούτσε θα συναντούσε τον Χίτλερ στη Φλωρεντία: «Φύρερ - είπε ο Ντούτσε όταν τον είδε- προελαύνουμε. Σήμερα το ξημέρωμα τα νικηφόρα στρατεύματά μας πέρασαν τα ελληνο-αλβανικά σύνορα». Και βιάστηκε να προσθέσει: «Μην ανησυχείτε. Ολα θα έχουν τελειώσει μέσα σε δεκαπέντε μέρες». Ο Χίτλερ είχε προσπαθήσει να τον συναντήσει ακριβώς για να του πει ότι «μια επίθεση στην Ελλάδα την εποχή των βροχών ήταν τεράστιο λάθος (πόσο δίκιο είχε!)» αλλά αναγκάστηκε να αποδεχτεί την κατάσταση. Στις 6 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 η ιταλική επίθεση ξεκίνησε σε ένα μέτωπο μήκους 250 χλμ. Στο μεταξύ ο Τσιάνο εκμεταλλεύτηκε την απουσία του Μουσολίνι και προχώρησε σε βομβαρδισμούς του ελληνικού εδάφους συμμετέχοντας αυτοπροσώπως. «Επιτέλους ήλιος!- έγραψε στο ημερολόγιό του- ευκαιρία για έναν υπέροχο βομβαρδισμό της Θεσσαλονίκης! Στην επιστροφή δέχτηκα επίθεση από ελληνικά καταδιωκτικά. Ολα πήγαν καλά και έπεσαν δύο δικά τους...». Ο Μουσολίνι δεν ενέκρινε τη στάση του γαμπρού του: «΄Η θα κάνει τον πιλότο ή θα κάνει τον υπουργό Εξωτερικών». Το σύνολο της ιταλικής πολεμικής μηχανής διακινδύνευε από παντελή έλλειψη συντονισμού. 

Η μεραρχία «Τζούλια» παραδίνεται 



Από την 1η Νοεμβρίου κι έπειτα ξεκίνησε η ελληνική αντεπίθεση. Στη Ρώμη, όπου ήταν διάχυτη η ανησυχία για την κατάσταση, ο στρατηγός Βισκόντι Πράσκα απάντησε: «Πρόκειται για προσωρινές δυσκολίες λόγω προβλημάτων στις μεταφορές και λόγω της κακοκαιρίας». Στις 7 Νοεμβρίου, όμως, ο Πράσκα θα έστελνε τηλεγράφημα στον υπουργό Πολέμου: «Η επίθεσή μας εμποδίστηκε από εχθρική αντίσταση στοπ φρούδες ελπίδες για επίτευξη στόχου μέχρις αφίξεως άλλων μεραρχιών...». Η κατάσταση γινόταν όλο και πιο δύσκολη και στις 18 Νοεμβρίου, στο Παλάτσο Βενέτσια στη Ρώμη, ο Μουσολίνι δήλωνε μπροστά στους αρχηγούς των επαρχιακών οργανώσεων του κόμματος: «Τα δύσβατα λαγκάδια της Ηπείρου και οι λασπωμένοι δρόμοι τους δεν προσφέρονται για πολέμους-αστραπή, όπως υποστήριζαν οι αδιόρθωτοι που πολύ βολικά τοποθετούν καρφίτσες πάνω στους χάρτες...». Στις 3 Δεκεμβρίου όλος ο τομέας στο μέτωπο δέχτηκε μια βίαιη επίθεση. Ο Βερτσελίνο έγραψε στο Αρχηγείο: «Είναι καθήκον μου ως διοικητή να δηλώσω ότι οι μονάδες και οι άνδρες των μεραρχιών “Αρέτσο” και “Βενέτσια” υποχωρούν μπροστά στη μεγάλη δύναμη του εχθρού αλλά βάφουν τον δρόμο με το αίμα τους». Οι ενισχύσεις που περίμεναν όλοι δεν έφθασαν ποτέ και στις 30 Δεκεμβρίου η μεραρχία αλπινιστών «Τζούλια» παραδόθηκε. 

Οι αποτυχίες των δύο πρώτων μηνών του πολέμου χρεώθηκαν στον Μπαντόλιο. Στις 6 Δεκεμβρίου ο στρατηγός Καβαλέρο, ο οποίος αντικατέστησε τον Μπαντόλιο, μετέβη στην Αλβανία και ενημερώθηκε από τον γενικό διοικητή Σκουέρο: «Τρόφιμα μηδέν. Εξάρτυση μηδέν. Μάλλινα ρούχα μηδέν. Αμελητέες ποσότητες πυρομαχικών. Οπλα και πολυβόλα έχουν εξαντλήσει όλες τους τις δυνατότητες. Ουσιαστικά μηδέν υλικά. Υγειονομικός εξοπλισμός δεν επαρκεί». Ακολούθησαν τέσσερις μήνες με μάχες μέχρις τελικής πτώσεως στο Αργυρόκαστρο, την Κλεισούρα και το Τεπελένι, ενώ στη Ρώμη ο Μουσολίνι απογοητευμένος εν όψει μιας πιθανής πολιτικής επίλυσης θα απαντούσε: «Από το να συνθηκολογήσουμε με την Ελλάδα καλύτερα να φύγουμε όλοι μαζί για την Αλβανία και να πεθάνουμε εκεί!». Για την τελευταία επίθεση του Μαρτίου 1941, οι συγγραφείς αναφέρουν: «Η μάχη ολοκληρώθηκε στις 19 με την τελευταία ηρωική προσπάθεια μιας χούφτας ανδρών υπό τον λοχαγό Τζόρτζιο ντε Μπορμόνε Πάρμα. Ο θαρραλέος αξιωματικός έπεσε στο πεδίο της μάχης μαζί με 66 από τους 150 άνδρες του, 23 τραυματίστηκαν σοβαρά και η περιοχή περιήλθε σε ελληνικά χέρια». Ο στρατηγός Καβαλέρο παραδέχτηκε λακωνικά ότι η μάχη «έριξε σημαντικά το ηθικό των στρατευμάτων μας». 

Οι Έλληνες στα χέρια του Τζελόζο 


Ο Μουσολίνι και πάλι αποφάσισε ότι «... πριν την επέμβαση της Γερμανίας είναι απαραίτητο να σημειώσουμε κάποια σημαντική επιτυχία γιατί διαφορετικά οι Γερμανοί θα έχουν κάθε λόγο να πουν ότι οι Έλληνες υπέκυψαν εξαιτίας τους» οπότε άρχισε να μελετά δεύτερη επίθεση εναντίον της Κλεισούρας. Ο στρατηγός Γκουτσόνι τον προειδοποίησε: «Ο πόλεμος εναντίον της Ελλάδας άρχισε άσχημα. Ας ελπίσουμε πως δε θα ολοκληρωθεί με χειρότερο τρόπο. Η επίθεση εναντίον της Κλεισούρας και νότια της Κλεισούρας δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας γιατί δεν θα αιφνιδίαζε τους Ελληνες και δε θα είχε την υποστήριξη νέων δυνάμεων.

Στις 28 Απριλίου τα γερμανικά τεθωρακισμένα του Ράιχ μπήκαν στην Αθήνα. «Καθώς όμως οι Ελληνες δεν είχαν καμία πρόθεση να καταθέσουν τα όπλα και να παραδοθούν στους Ιταλούς, τους οποίους δε θεωρούσαν νικητές, αποφάσισαν να παραδοθούν στο γερμανικό τεθωρακισμένο σώμα» αναφέρουν οι συγγραφείς. Δεν ήταν σε θέση, όμως, να επιβάλουν τους όρους τους. Ο Χίτλερ, πιεσμένος από τις επίμονες εκρήξεις του Μουσολίνι, ζήτησε από τον γερμανό στρατηγό Λιστ να επαναδιαπραγματευτεί την παράδοση ώστε να υποβληθεί το έγγραφο από τους Ελληνες και στον ιταλό στρατηγό Τζελόζο. Ετσι μπόρεσε ο Ντούτσε να ισχυριστεί στο τέλος ότι η γερμανική επέμβαση «είχε απλώς επισπεύσει την ελληνική κατάρρευση που ήταν αναμενόμενη και αναπόφευκτη». Οι συγγραφείς, ωστόσο, παίρνουν αποστάσεις από αυτό το συμπέρασμα.

Με 35 έγχρωμες και 140 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, 7 έγχρωμους χάρτες και 10 πίνακες